Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΠΑΘΟΣ ΣΤΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΦΩΣ

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι μια πορεία και μια συμπόρευση: πορεία του Χριστού προς το Πάθος που φτάνει στην «όγδοη μέρα», τη μέρα της Ανάστασης, και συμπόρευση του κάθε πιστού, που ακολουθεί τα βήματα του Χριστού, για να σταυρωθεί και να αναστηθεί μαζί Του κατά την κυριώνυμη ημέρα του Πάσχα. Βέβαια, ο Χριστός έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε σε συγκεκριμένο χώρο (Ιερουσαλήμ) και χρόνο (33 μ. Χ.), όταν έπαρχος (διοικητής) της Ιουδαίας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος και αρχιερέας των Εβραίων ο Καϊάφας. Ωστόσο, η σταυρική θυσία του Χριστού επαναλαμβάνεται σε κάθε Θεία Λειτουργία, όταν ο άρτος και ο οίνος, το ψωμί και το κρασί, μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Χριστού. Κι αν κάθε Θεία Λειτουργία είναι μια ζωντανή ανάμνηση των γεγονότων του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού, η Μ. Εβδομάδα είναι η κατ’ εξοχήν περίοδος κατά την οποία οι χριστιανοί βιώνουν με ένταση αυτά τα μεγάλα και σωτηριώδη γεγονότα, τα οποία βρίσκονται στη βάση της χριστιανικής πίστης και ζωής. Και τα βιώνουν στο πλαίσιο της λατρείας, όπου ο χώρος και ο χρόνος δεν καταργούνται, αλλά διαστέλλονται, ώστε τα παρελθόντα και τα μέλλοντα να συναιρούνται σε ένα συνεχές παρόν, το παρόν του λατρευτικού χρόνου, ως προοιμίου της αιωνιότητας.

Πορεύεται προς το σταυρικό Πάθος ο Χριστός, πορεύεται για να σταυρωθεί. Και το πράττει εκούσια, όχι εξ ανάγκης. Ο Χριστός θυσιάζεται ελεύθερα, πηγαίνει προς το Πάθος με πλήρη επίγνωση του τι θα συμβεί. Και ο κάθε πιστός καλείται να πράξει το ίδιο: να συμπορευτεί εκούσια και ελεύθερα μαζί Του ως το σταυρό. Τι σημαίνει όμως αυτή η συμπόρευση και συσταύρωση και κάτω από ποιες προϋποθέσεις γίνεται; Σ’ ένα τροπάριο που ψάλλεται τη Μ. Δευτέρα, ο υμνογράφος καλεί τους πιστούς να συμπορευτούν και να συσταυρωθούν μαζί με τον Χριστό «κεκαθαρμέναις διανοίαις», δηλαδή με καθαρές σκάψεις, με καθαρούς λογισμούς, με καθαρούς σκοπούς. Προϋπόθεση, λοιπόν, να βιώσουμε αυτήν τη σταυρική πορεία ως την ανάσταση είναι η καθαρότητα του νου, που βαθύτερα σημαίνει αλλαγή τρόπου σκέψης και ζωής, αλλαγή νοοτροπίας. Αυτή η αλλαγή τρόπου ζωής και σκέψης είναι συνώνυμη μιας αναγέννησης, μιας ανατροπής εκ βάθρων όλης της ζωής μας, είναι μια επανάσταση που αλλάζει άρδην την ύπαρξή μας. Συμπόρευση με το Χριστό προς το σταυρό σημαίνει σταύρωση του παλιού εαυτού μας (Ρωμ. 6,6), διότι «εἰ σύμφοιτοι ἐγενόμεθα τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ (του Χριστού), καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα»(αν ενταχθήκαμε οργανικά στο σώμα του  Χριστού με μια πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στο θάνατό Του, θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του, [Ρωμ. 6, 5]). Εξάλλου, όπως γράφει αλλού και πάλι ο Παύλος (Γαλ. 5,24), όσοι ανήκουν στον Χριστό «τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καῖ ταῖς ἐπιθυμίαις».

Αυτή η σταύρωση του παλαιού εαυτού μας, των παθών και των επιθυμιών της σάρκας, δηλαδή της φύσης μας της εγκλωβισμένης στις ενορμήσεις του ενστίκτου της επιβίωσης και της αναπαραγωγής και στη νιτσεϊκή θέληση για δύναμη και επιβολή, χάριν ενός άλλου τρόπου ζωής που αφήνει χώρο στην ανθρωπιά, στην αγάπη, στην αλληλεγγύη και στη συγχωρητικότητα, συνιστά ό, τι ονομάζουμε συμπόρευση και συσταύρωση με το Χριστό. Αυτό είναι που στη θεολογική γλώσσα αποκαλείται «ζωηφόρος νέκρωσις», δηλαδή θάνατος που όμως είναι φορέας της ζωής: πεθαίνει, νεκρώνεται ο παλιός εαυτός μας, για να αναστηθεί ως ένας καινούργιος άνθρωπος.  Όπως δηλαδή ο Χριστός πέθανε σαν κακούργος πάνω στο σταυρό και τέθηκε νεκρός στον τάφο, από τον οποίο όμως αναστήθηκε δοξασμένος, έτσι και ο χριστιανός νεκρώνει τον παλαιό εαυτό του με την άσκηση, με το δύσκολο αγώνα για την αλλαγή της νοοτροπίας του, ώστε τελικά από αυτή τη σταυρική πορεία και το θάνατο του παλαιού ανθρώπου να αναστηθεί και να αποκαλυφθεί ο νέος άνθρωπος, ο άνθρωπος της αγάπης, της υπέρβασης της φύσεώς του ως απλού βιολογικού όντος και της εύρεσης της γνησίως ανθρώπινης υπόστασής του. 

Αυτή  είναι η νέα πραγματικότητα της ανάστασης: η αποκάλυψη του καινούργιου «εν Χριστώ»ανθρώπου, του ανθρώπου που τον έχει φωτίσει ένα άλλο φως, το φως από το οποίο, όπως λέγει ο υμνογράφος, έχουν γεμίσει τα πάντα: ο ουρανός και η γη και τα καταχθόνια. Για τον χριστιανό, η βαθιά αυτή αλλαγή δεν είναι ουτοπία, διότι έχει προηγηθεί η ανάσταση του Χριστού. Πράγματι, αν το έργο του Χριστού τελείωνε στο σταυρό και στο θάνατο, δηλαδή στο «τετέλεσται» επί του σταυρού, τότε και ο άνθρωπος θα έμενε στην τραγικότητα μιας ύπαρξης καταδικασμένης να αγωνίζεται μάταια, αφού το τέλος θα ήταν ο θάνατος και η εξαφάνιση. Έτσι, όμως, η χριστιανική πίστη θα ήταν άνευ περιεχομένου, όπως ρητά το λέγει ο Παύλος: «εἰ Χριστός οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν»: αν ο Χριστός δεν έχει αναστηθεί, η πίστη μας είναι μάταιη. Όμως ο Χριστός αναστήθηκε όντως και μαζί Του μπορούμε να αναστηθούμε κι εμείς και να ζήσουμε μαζί Του την αδιάστατη ζωή, εκεί που  χώρος και χρόνος υπερβαίνονται και συναιρούνται στην αιωνιότητα ενός άχρονου παρόντο.

Η χαρά από το γεγονός της αναστάσεως του Χριστού και από τη δυνατότητα της δικής μας αναστάσεως, ως δυνατότητας μιας νέας ζωής, εικονίζεται ως φως, ως νίκη του φωτός επί του σκότους, ως αποκάλυψη μιας άλλης προοπτικής και οπτικής, από την οποία αντικρύζουμε πλέον τα πράγματα και τη ζωή εν γένει. Όταν, τη νύχτα της Αναστάσεως, ο ιερέας καλεί τους πιστούς να λάβουν φως «εκ του ανεσπέρου φωτός», στην ουσία τούς καλεί να συμμετάσχουν στη νέα ζωή του Χριστού, που ως φως ανέτειλε από το κενό μνημείο. Το φως είναι σύμβολο της ζωής, της χαράς, της αιωνιότητας, αφού μόνο το φως έχει υπόσταση, ενώ το σκότος, ως απουσία του φωτός,  είναι ανυπόστατο. Και ο Χριστός, ως ο νικητής του θανάτου αιώνιος Θεός, είναι φως, δηλαδή αλήθεια, ζωή και χαρά, δώρα που προσφέρει σε όσους συμπορεύονται και συσταυρώνονται μαζί Του. Η ανάσταση του Χριστού μεταβάλλει τα πάντα σε φως. χαρά και ζωή, ελευθερία από το κακό και το φόβο του θανάτου. Γι’ αυτό, όπως γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, «ας γίνουμε όπως ο Χριστός, επειδή και ο Χριστός έγινε όμοιος με μας», «ας λαμπροφορέσουμε για το πανηγύρι της δικής μας ανάστασης και ας αγκαλιαστούμε κι ας πούμε αδελφούς ακόμη κι εκείνους που μας μισούν και όχι μόνο εκείνους που από αγάπη μας ευεργέτησαν ή δέχτηκαν κάποιο καλό από εμάς».

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ: Κυβερνητικός βουλευτής είπε πρόσφατα ότι το Άγιο Φως που έρχεται από τον Πανάγιο Τάφο είναι «παγανιστικό κατάλοιπο». Προφανώς ο κύριος βουλευτής, που σημειωτέον έχει εκλεγεί σίγουρα και με ψήφους ανθρώπων που φέρνουν κάθε χρόνο με ευλάβεια στο σπίτι τους το Άγιο Φως τη νύχτα του Πάσχα, ηθελημένα αγνοεί τον συμβολισμό του Αγίου Φωτός. Διότι διαφορετικά θα είχε επαναστατήσει, όταν προσφάτως στο Ηρώδειο έκαναν παγανιστικές τελετές οπαδοί του παγανισμού ή όταν στην Ολυμπία η «ιέρεια»ανάβει το ολυμπιακό φως, με προσευχή στον Απόλλωνα. Ή μήπως αυτά δεν τα θεωρεί παγανιστικά; Φαίνεται ότι η αντιπαγανιστική του «ευαισθησία» ξυπνά, μόνο όταν πρόκειται για την Εκκλησία και στο Άγιο Φως, όπως μάλλον του υπαγορεύει κάποιο «μαρξιστικό κατάλοιπο». Καλή Ανάσταση!

 

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης