Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ

Φεύγουν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, χωρίς πολλές φορές να το συνειδητοποιούμε, είτε επειδή δεν μας αφήνουν οι ασχολίες και η πολυπραγμοσύνη μας είτε γιατί δεν θεωρούμε το γεγονός αυτό πολύ σημαντικό. Η συνειδητοποίηση αρχίζει καθώς μεγαλώνουμε και φτάνουμε προς το τέλος της εγκόσμιας ζωής μας. Τότε καταλαβαίνουμε πόσο σύντομη είναι η ζωή και πόση αξία έχει ο χρόνος. Τότε συνειδητοποιούμε πως είμαστε όντα του χρόνου, ότι εγκόσμιο Είναι και Χρόνος είναι αδιάσπαστα δεμένα. Κι αρχίζει τότε η αναπόληση του παρελθόντος και η αυτοκριτική για όσα μπορούσαμε να πράξουμε και δεν τα πράξαμε και για όσα μπορούσαμε να αποφύγουμε και δεν το κάναμε. Και μεμφόμαστε τον εαυτό μας για τις ευκαιρίες και το χρόνο που αφήσαμε να μας φύγουν και ψάχνουμε τρόπους να αναπληρώσουμε τα κενά, αλλά μάλλον «κατόπιν εορτής».

Είμαστε και πάλι ενώπιον μιας νέας χρονικής αφετηρίας, ενός νέου έτους. Λέω «νέας»κατά σύμβαση, διότι ο χρόνος είναι ενιαίος και οι άνθρωποι συμβατικά, για να μπορούμε να τοποθετούμε τα ιστορικά γεγονότα στην αλληλουχία τους αλλά και για να τακτοποιούμε την καθημερινότητά μας, καθορίσαμε τις χρονολογήσεις. Ας τηρήσουμε κι εμείς τις συμβάσεις, δεχόμενοι ότι αρχίζει μια νέα, ετήσια χρονική περίοδος. Σημαίνει αυτό κάτι για μας ή είναι ένα γεγονός άνευ σημασίας; Νομίζω ότι, αν δεχτούμε πως η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, τότε, για να κυλήσει ο νέος χρόνος καλά (στο βαθμό που εξαρτάται από εμάς-διότι υπάρχουν και τα απρόβλεπτα), πρέπει να αντιμετωπίζουμε την έναρξη του νέου έτους όχι απλώς σαν μια στιγμή για γλέντι και ξεφάντωμα αλλά ως μια ευκαιρία για σοβαρότερη ενατένιση της θέσης μας στον κόσμο, και τον μικρό και τον μέγα (εννοώ και το άμεσο περιβάλλον μας και τον ευρύτερο κόσμο και τα προβλήματά του).

Συνήθως οι άνθρωποι υποδεχόμαστε το νέο έτος με χαρές, τραγούδια και γλέντι, προσέχουμε το «ποδαρικό» και καθετί που θα έχει ως αποτέλεσμα την «ευετηρία», δηλαδή την «καλή χρονιά». Αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχουμε συνείδηση πως ο χρόνος δεν είναι επίπεδος και πως  η ευτυχία μας δεν είναι εξασφαλισμένη, ότι δηλαδή δεν εξαρτάται μόνο από εμάς. Θέλουμε για το λόγο αυτό να την εξασφαλίσουμε  a priori με τρόπο μαγικό, νομίζοντας ίσως ότι, αν ξεφαντώσουμε την πρώτη μέρα του χρόνου, όλος ο χρόνος στη συνέχεια θα είναι ένα μόνιμο ξεφάντωμα. Όλο αυτό το σύγχρονο πρωτοχρονιάτικο ξεφάντωμα, όπου ο άγριος καταναλωτισμός της εποχής μας φτάνει στο απόγειό του,  ελάχιστη σχέση έχει με τα παλαιότερα πρωτοχρονιάτικα έθιμα του λαού μας, που ζούσε την αρχή του νέου έτους οικογενειακά, με απλότητα και εγκαρδιότητα, μέσα σε αργούς ρυθμούς ζωής, όπου και ο χρόνος κυλούσε αργά. Επεδίωκαν κι εκείνοι την «ευετηρία», αλλά δίχως  την τρέλα των ξενόφερτων, παγκοσμιοποιημένων συνηθειών που επιβάλλουν οι μεγάλες διεθνείς εταιρείες με τους μηχανισμούς γενικευμένης δυσαρέσκειας (εννοώ τις διαφημίσεις) και που πάνε να γίνουν μόνιμη κατάσταση σε όλο τον κόσμο.

Ξεφαντώνουμε, λοιπόν, για να νικήσουμε το χρόνο, να τον ελέγξουμε, να ξεφύγουμε από τη μέγγενή του. Ζούμε, ωστόσο, με ψευδαισθήσεις, επειδή ο τελικός νικητής-έτσι ή αλλιώς- θα είναι ο χρόνος. Ο χρόνος είναι Κρόνος που τρώει τα παιδιά του. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την εγκόσμια συνθήκη, κανείς δεν μπορεί να νικήσει το χρόνο, εκτός κι αν πιστεύει στην αιωνιότητα του Θεού και αντιμετωπίσει το χρόνο ως προετοιμασία και προθάλαμο της αιωνιότητας. Δεν θα μπω όμως στη συζήτηση αυτού του θέματος. Εκείνο που θέλω να πω είναι πως το ξεφάντωμα δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για την υποδοχή του νέου έτους. Ο χρόνος μπορεί να «ελεγχθεί» και να τεθεί στην υπηρεσία του ανθρώπου όχι με «μαγικό» τρόπο, αλλά αν σκεφτούμε, αν φιλοσοφήσουμε γύρω από αυτόν.

Να σκεφτούμε πάνω στη βάση της τριπλής διαίρεσής του: παρελθόν, παρόν, μέλλον. Θα πει ίσως κάποιος ότι και αυτή η διαίρεση είναι συμβατική, επειδή το μεν παρελθόν ως τέτοιο δεν υπάρχει, το παρόν είναι μια φευγαλέα στιγμή, άρα ανύπαρκτο, και το μέλλον επίσης ανύπαρκτο, επειδή δεν έχει έλθει ακόμη. Κι όμως στην ανθρώπινη συνείδηση η τριπλή αυτή διαίρεση είναι υπαρκτή, αφού με αυτήν συνειδητοποιεί ο άνθρωπος το χρόνο: το χθες, το σήμερα, το αύριο. Με αφετηρία αυτή την τριπλή διαίρεση, ας στρέψουμε πρώτα το βλέμμα στο παρελθόν, ας κάμουμε δηλαδή μια αυτοκριτική και κριτική των πεπραγμένων μας στη χρονιά που πέρασε. Εννοώ την ενδοσκόπηση εκείνη και τον αυτοέλεγχο που είναι απαραίτητα για την αξιολόγηση των πράξεών μας. Η αυτοκριτική απαιτεί έναν εσωτερικό διάλογο με τον ίδιο τον εαυτό μας, ο οποίος θα πρέπει να γίνει επί τη βάσει μιας αξιολογικής κλίμακας, όπου οι ηθικές και οι αισθητικές αξίες θα βρίσκονται στην κορυφή της κλίμακας. Η αυτοκριτική, βοηθώντας στη συνειδητοποίηση των αδυναμιών αλλά και των προτερημάτων μας,  στην επισήμανση των λαθών αλλά και των ορθών πράξεών μας και συμβάλλοντας στην υιοθέτηση των υψηλών αξιών της ζωής, οδηγεί εξάπαντος στην ελευθερία του πνεύματος, που είναι και ο υπέρτατος σκοπός κάθε ανθρώπινου όντος. Παράλληλα, η αυτοκριτική,  προφυλάσσοντας από την επανάληψη σφαλμάτων, εξασφαλίζει ως ένα βαθμό (διότι υπάρχουν και οι απρόβλεπτοι παράγοντες) ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο από το παρελθόν.

Όμως, η έναρξη του νέου έτους θα πρέπει να μας βάλει σε σκέψεις και για το μέλλον. Είπαμε ήδη ότι, αν κάνουμε αυτοκριτική, αυτό αφορά και το μέλλον μας. Σκεπτόμενοι, βέβαια, το μέλλον, δεν το ελέγχουμε κιόλας. Απλώς προγραμματίζουμε τις πράξεις και τα έργα μας και προσπαθούμε, στο βαθμό του εφικτού, να περιορίσουμε τους αστάθμητους παράγοντες, αυτούς που μπορούν να ανατρέψουν τον προγραμματισμό μας. Ο αρχαίος ρήτορας και πολιτικός Ισοκράτης είχε πει, βέβαια, την περίφημη φράση «κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον», πράγμα που σημαίνει ότι δεν μπορείς να είσαι για τίποτε βέβαιος όσον αφορά το μέλλον. Αυτό όμως πρέπει να το δούμε στην προοπτική της ισότητας των ανθρώπων απέναντι στις συμφορές και όχι της άρνησης ενός βασικού προγραμματισμού και του περιορισμού των αβλεψιών και των αστάθμητων παραγόντων. Προγραμματίζουμε, οραματιζόμαστε γνωρίζοντας πόσο μικροί είμαστε και πόσο εύθραυστα και ατελή είναι τα οράματά μας. Αυτό είναι ο άνθρωπος: ένας ταξιδευτής προς το μέλλον, για τον οποίο, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκι, σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι. Ετοιμάζουμε το ταξίδι μας προς το μέλλον, δίχως να είμαστε σίγουροι ότι θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Κι αν δεν φτάσουμε όμως, σημασία έχει να χαιρόμαστε το ταξίδι με τις φουρτούνες, τους αγέρηδες και τις μπουνάτσες του. (Για τον χριστιανό βέβαια το σημαντικό είναι να προγραμματίζει τη ζωή του, αφήνοντας όμως  με εμπιστοσύνη το τέλος και την πορεία του ταξιδιού του στα χέρια του Θεού.)

Τέλος, το παρόν είναι ό, τι ζούμε κάθε στιγμή, ως ένα αμάλγαμα παρελθόντος και μέλλοντος. Κατά τον Αριστοτέλη (Φυσικά, 2151b), «τὸ νῦν ἐστι μεσότης τις»(το παρόν είναι ένα είδος μεσότητας), επειδή, όπως γράφει ο μεγάλος Σταγειρίτης φιλόσοφος, «έχει και αρχή και τέλος: αρχή του χρόνου που θα έλθει και τέλος του χρόνου που πέρασε». Κάθε στιγμή του παρόντος είναι μια συνάντηση του παρελθόντος με το μέλλον. Στη συνάντηση αυτή παρελθόν και μέλλον πρέπει να έχουν ίσα μερίδια, αλλιώς ο άνθρωπος δεν είναι ευτυχής και θα στρέφεται ή στο μέλλον, για να ξεχάσει τη δυστυχία του παρελθόντος, ή στο παρελθόν, για να μη βλέπει τους δύσκολους καιρούς που έρχονται. Ως τέτοιο το παρόν πρέπει να βιώνεται με ένταση, επειδή εκεί βρίσκει την πληρότητά της η ανθρώπινη ζωή.

Μπροστά στο νέο χρόνο, λοιπόν ας κάνουμε αυτοκριτική για το παρελθόν κι ας οραματιστούμε το μέλλον. Κι ύστερα, ζητώντας τη βοήθεια του Θεού, ας ζήσουμε με την ένταση της σύνεσης το παρόν, δηλαδή την κάθε στιγμή της ζωής μας.

 

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης