Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ:

ΜΙΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΡΕΤΗ (ΜΕΡΟΣ Α')

Στον πέμπτο από τους  Μακαρισμούς Του ο Χριστός μακάρισε τους ελεήμονες ως εξής: «Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται»(Ματθ. 5, 7). Επομένως, για τον χριστιανό η ελεητική στάση έναντι του πλησίον είναι εντολή του ίδιου του Κυρίου. Δεν είναι όμως μόνον ο συγκεκριμένος μακαρισμός που επιτάσσει να είναι ελεήμων ο χριστιανός. Στην Αγία Γραφή ο ίδιος ο Θεός παρουσιάζεται ως ελεήμων και οικτίρμων, ως Θεός των οικτιρμών και του ελέους, ενώ οι λέξεις «ελεημοσύνη», «ελεώ»και  «έλεος»συναντώνται στην Κ. Διαθήκη δεκάδες φορές. Το ίδιο συμβαίνει και στους Πατέρες και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας, όπου στα περισσότερα τροπάρια ο Θεός αποκαλείται «ελεήμων»», «οικτίρμων» και «φιλάνθρωπος». Χαρακτηριστική είναι στην Κ. Διαθήκη η παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, όπου ο νομοδιδάσκαλος-συνομιλητής του Χριστού, στην ερώτησή Του ποιος αποδείχτηκε «πλησίον» εκείνου που έπεσε στα χέρια των ληστών, απάντησε: «Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ» (Λουκ. 10, 37). Είναι χαρακτηριστική, επίσης, η φράση από την Π. Διαθήκη, την οποία επαναλαμβάνει ο Χριστός: «Ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ματθ. 9,13), σύμφωνα με την οποία ο Θεός ζητεί από τους ανθρώπους να είναι ελεήμονες και όχι να Του προσφέρουν θυσίες και τάματα. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει το Θεό είναι το έλεος (ή ο έλεος), ή ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στον άνθρωπο  με τον τρόπο του ελέους Του και ζητεί και από εμάς να ζούμε με τον θεϊκό τρόπο, δηλαδή να είμαστε οικτίρμονες και ελεήμονες. Αλλά και η ίδια η σωτηρία του ανθρώπου είναι έργο του θείου ελέους, όπως γράφει ο απόστολος Παύλος στην προς Τίτον επιστολή του: «Ὅτε δὲ ἡ χρηστότης καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπεφάνη τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, οὐκ ἐξ ἔργων τῶν ἐν δικαιοσύνῃ ὧν ἐποιήσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ κατὰ τὸν αὐτοῦ ἔλεον ἔσωσεν ἡμᾶς» (3, 4-5).

Ακολουθώντας αυτή τη χριστιανική διδασκαλία και πράξη, οι γνήσιοι χριστιανοί σε όλες τις εποχές υπήρξαν ελεήμονες και φιλάνθρωποι και η ελεημοσύνη αποτελούσε πάντοτε μια από τις αρετές του «καλού» χριστιανού. Ωστόσο, εδώ δημιουργήθηκαν διάφορες παρεξηγήσεις τόσο από την πλευρά των ίδιων των χριστιανών, όσο και από την πλευρά των μη χριστιανών, αυτών που είδαν με κριτικό μάτι τη χριστιανική ηθική.

Οι χριστιανοί σταδιακά απομακρυνθήκαμε από το αληθινό περιεχόμενο της έννοιας του «ελέους»και είδαμε την ελεημοσύνη ως ένα απλό θρησκευτικό «καθήκον» που απέρρεε από τη διδασκαλία του Χριστού· ως μια πράξη που λειτουργούσε απενοχοποιητικά για τον καθένα μας, καθώς «τακτοποιούσε» τη συνείδησή μας και μας απάλλασσε από τυχόν ενοχές για τις τεράστιες αδικίες που συνέβαιναν γύρω μας και για τις οποίες πολύ λίγο ενδιαφερόμαστε. Ήταν ένας εύκολος τρόπος, για να θεωρούμαστε «καλοί»και «ενάρετοι»άνθρωποι. Οι χριστιανοί σήμερα αντιμετωπίζουμε την ελεημοσύνη σαν ένα καθήκον που επιβάλλεται από την Εκκλησία και εξαντλείται στην προσφορά του περισσεύματος, αυτού δηλαδή που δεν έχουμε ανάγκη ή το έχουμε «για πέταμα», και όχι ως μια ιδιότητα που εκπορεύεται από το ίδιο το «είναι» μας, το οποίο έχουμε μεταμορφώσει ζώντας κατά μίμηση της ζωής του Θεού. Με τη ζωή μας δεν αποζητούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά να εκτελέσουμε απλώς ένα επιβαλλόμενο καθήκον· δεν αγωνιζόμαστε για τη μεταμόρφωση του κόσμου εν Χριστώ, αλλά ενδιαφερόμαστε για το πώς θα νιώσουμε ίσως ωραία, κάνοντας ελεημοσύνη, αφήνουμε όμως τον κόσμο βυθισμένο στην αδικία. Από βαθύ πνευματικό αίτημα η ελεητική στάση μετεβλήθη σε μέσον ψυχολογικής αναπλήρωσης και από πράξη με εκκλησιαστικό περιεχόμενο κατάντησε μια ατομική αρετή.

Από την άλλη μεριά, όσοι βρίσκονται μακριά από την Εκκλησία, κυρίως οι πολιτικοποιημένοι συνάνθρωποί μας, αντιμετώπισαν αυτού του είδους την ελεημοσύνη κριτικά και κατηγόρησαν την Εκκλησία και τους χριστιανούς ότι με την ελεημοσύνη μπορεί να προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση στους φτωχούς, αφήνουν όμως ανέγγιχτες τις αιτίες που δημιουργούν τη φτώχεια, την ανέχεια, την αδικία, την ανισότητα.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να ξαναβρούμε το αληθινό νόημα της ελεημοσύνης τόσο για μας τους ίδιους, όσο και για να δώσουμε απάντηση στις αιτιάσεις εκείνων που κατηγορούν τους χριστιανούς για το θέμα αυτό.

Πρώτα-πρώτα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η ελεημοσύνη, όπως την ξέρουμε και όπως την ασκεί η Εκκλησία μας, δεν είναι καθόλου απορριπτέα, επειδή με αυτήν έχουν ωφεληθεί ποικιλοτρόπως εκατομμύρια άνθρωποι. Το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας μας συντηρείται εν πολλοίς χάρη στην ελεημοσύνη των χριστιανών, μέσω της οποίας, ειδικά στις δύσκολες μέρες που ζούμε, χιλιάδες άνθρωποι βρίσκουν φαγητό, ρούχα και στέγη. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να βρούμε το αληθινό νόημά της, ώστε να καταλάβουμε ότι η σωτηρία μας δεν είναι αποτέλεσμα της τήρησης ενός θρησκευτικού καθήκοντος, όπως η ελεημοσύνη, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Για το λόγο αυτό ας προστρέξουμε στη σημασία της λέξης, η οποία ίσως μας δώσει τα πρώτα στοιχεία για την κατανόηση του νοήματός της, στο πλαίσιο πάντα της χριστιανικής διδασκαλίας.

Η λέξη «ελεημοσύνη» (ομόρριζες λέξεις: έλεος, ελεώ, ελεήμων, ελεητικός, ελεεινός) σημαίνει καταρχάς το έλεος, τον οίκτο κι έπειτα τη βοήθεια προς τους φτωχούς. Ελεήμων, λοιπόν, είναι ο άνθρωπος που αισθάνεται και δείχνει έλεος, ο οικτίρμων, ο εύσπλαχνος. Για να δείξει όμως ο άνθρωπος έλεος, συμπάθεια και ευσπλαχνία προς τον άλλο άνθρωπο και πλησίον του, θα πρέπει να είναι γεμάτος αγάπη, να ζει, δηλαδή, τη ζωή του Θεού, ο οποίος, όπως γράφει ο απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης, «ἀγάπη ἐστί» (Ιωάν. Α΄4,8). Η ελεημοσύνη, με άλλα λόγια, είναι μια έκφανση της αγάπης μας προς το συνάνθρωπό μας, είναι η εκπύρωση της αγάπης που καίει την καρδιά μας, είναι μίμηση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, αυτής της αγάπης που έφτασε ως το σταυρό και το θάνατο. Έτσι, η ελεημοσύνη δεν είναι απλώς μια καλή πράξη, αλλά η φανέρωση της καλής αλλοίωσης που έχει γίνει εντός μας, της μεταμόρφωσης της ζωής μας εν Χριστώ, γεγονός που μας ωθεί, χωρίς κανένα άλλο κίνητρο (θρησκευτικό, κοινωνικό ή ψυχολογικό), να στραφούμε προς τον άλλο άνθρωπο, προς τον πλησίον μας, και να του δείξουμε ποικιλοτρόπως το έλεος και την ευσπλαχνία μας. Μια τέτοια στάση μάς συνδέει κατευθείαν με την ίδια την ουσία του χριστιανικού αγαπητικού και ελεητικού ήθους και μας απαλλάσσει από ιδέες αυτοδικαίωσης ή σωτηρίας τάχα μέσω των «αρετών»μας. Μας βγάζει από τα όρια της ιδέας της ατομικής σωτηρίας και μας βοηθά να ανοιχτούμε στον ορίζοντα του Θεού και να δούμε την ελεημοσύνη πολύ ευρύτερα, έτσι όπως την είδε και τη βίωσε ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος: «Καὶ τὶ  ἐστί καρδία ἐλεήμων; Καὶ εἶπε· Καῦσις καρδίας ὑπὲρ πάσης τῆς κτίσεως, ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ὀρνέων καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν δαιμόνων, καὶ ὑπὲρ παντὸς κτίσματος, καὶ ἐκ τῆς μνήμης αὐτῶν καὶ τῆς θεωρίας αὐτῶν ῥέουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ δάκρυα. Ἐκ τῆς πολλῆς καρτερίας σμι­κρύνεται ἡ καρδία αὐτοῦ καὶ οὐ δύναται βαστάξαι ἤ ἀκοῦσαι ἤ ἰδεῖν βλάβην τινά ἤ λύπην μικρὰν ἐν τῇ κτίσει γινομένην. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὑπὲρ τῶν ἐχθρῶν τῆς ἀληθείας καὶ ὑπὲρ τῶν βλαπτόντων αὐτὸν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εὐχὴν μετὰ δακρύων προσφέρει, τοῦ φυλαχθῆναι αὐτοὺς καὶ ἱλασθῆναι αὐτοῖς, ὁμοίως καὶ ὑπὲρ τῆς φύσεως τῶν ἑρπετῶν, ἐκ τῆς πολλῆς αὐτοῦ ἐλεημοσύ­νης τῆς κινουμένης ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἀμέτρως καθ’ ὁμοιότη­τα τοῦ Θεοῦ.»(Ἅπαντα τα εὑρεθέντα ἀσκητικά, Λόγος ΠΑ΄). Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος κάνει λόγο για την «ελεήμονα καρδίαν» του αληθινού χριστιανού, η οποία κυριολεκτικά καίγεται και πάσχει από ευσπλαχνία όχι μόνο για τον άνθρωπο αλλά και για όλη τη κτίση, ακόμη και για τους δαίμονες! Η ελεητική αυτή στάση γεμίζει τα μάτια του γνήσιου χριστιανού με δάκρυα, επειδή δεν μπορεί να βλέπει τον κτιστό κόσμο να υποφέρει. Γι’ αυτό και προσεύχεται αδιαλείπτως για να διαφυλάξει και να ελεήσει ο Θεός τα πλάσματά του. Κι αυτό ο χριστιανός το κάνει όχι από κάποιο ψυχρό θρησκευτικό καθήκον, αλλά από την πολλή ευσπλαχνία («ελεημοσύνη» την αποκαλεί ο άγιος Ισαάκ) που είναι ζωντανή διαρκώς μέσα του, ζώντας έτσι τη ζωή του Θεού και μοιάζοντας σ’ Εκείνον.

Πολλά θα είχε να πει κανείς για την ελεημοσύνη, αναφερόμενος και στο λόγο των Πατέρων της Εκκλησίας. Αυτό όμως απαιτεί ένα άλλο κείμενο. Επιλογικά παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο σε μετάφραση: «Δίχως την ελεημοσύνη η ψυχή μένει άκαρπη. Όλα είναι ακάθαρτα χωρίς αυτήν, όλα ανώφελα. Αυτό μέσω του οποίου μπορούμε να γινόμαστε ίσοι με το Θεό είναι η ελεημοσύνη και η ευσπλαχνία. Όταν αυτό δεν το έχουμε,  στερούμαστε το παν. Ο Χριστός δεν είπε: «Αν πιστέψετε, είστε όμοιοι στον Πατέρα σας». Επίσης, δεν είπε: «Αν μείνετε παρθένοι». Αλλά τι είπε; «Να γίνεστε εύσπλαχνοι, όπως και ο ουράνιος Πατέρας σας» ( Ἀποφθέγματα., Ζ΄15).

 

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης