Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ

Μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του ελληνικού έθνους, που δούλεψε για την αναγέννηση της Ρωμιοσύνης κατά τον κρίσιμο 18ο αιώνα και προετοίμασε τη Μεγάλη Επανάσταση του 1821, είναι ο εθναπόστολος και ισαπόστολος άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Πρόκειται για το μεγάλο αναγεννητή του ελληνικού έθνους των τελευταίων χρόνων της Τουρκοκρατίας, τον άνθρωπο που, μετά την άλωση της Πόλης, πάσχισε περισσότερο από κάθε άλλον για την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων, καθώς θεωρούσε ότι η κατεξοχήν προϋπόθεση για την απελευθέρωση του έθνους είναι  η ελευθερία από τα δεσμά της αμάθειας. Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός υπήρξε το πρόσωπο που έδωσε την πρώτη ώθηση, το πρώτο σάλπισμα για την ανάσταση της Ελλάδας, καθώς μίλησε κατευθείαν στη λαϊκή ψυχή και με τα σχολεία που ίδρυσε ανέβασε την πνευματική στάθμη του λαού, ανύψωσε τη θρησκευτική συνείδηση και φώτισε με το φως του εξανθρωπισμού τις καρδιές των ανθρώπων που έγιναν κοινωνοί του  κηρύγματός  του.
Γεννήθηκε πιθανότατα το 1714. στο χωριό Ταξιάρχης της Αιτωλίας, ένα τόπο απομονωμένο, όπου βασίλευε η αγριότητα των ηθών και ο φόβος των Τούρκων. Στο χωριό του έζησε μέχρι τα είκοσί του χρόνια, ασχολούμενος με γεωργικές εργασίες και με την υφαντική. Ωστόσο, η κλίση του προς τα γράμματα και η αγάπη του για την Εκκλησία, στοιχεία που  είχαν αναφανεί από τα παιδικά του κιόλας χρόνια, τον έκαμαν, ώστε σε ηλικία είκοσι χρονών να πάρει την απόφαση να σπουδάσει συστηματικότερα, με σκοπό να θέσει τη μόρφωσή του στην υπηρεσία του λαού. Να τι λέει ο βιογράφος του: «Είχε δε πόθον πολύν ο Μακάριος εις την καρδίαν του, εξ αρχής έτι, κοσμικός όντας, δια να ωφελήσει και τους αδελφούς του χριστιανούς από εκείνα που έμαθε». Πίστευε ότι οι δάσκαλοι έχουν χρέος να διδάσκουν όχι απλώς τα παιδιά των πλουσίων, με σκοπό το χρήμα και τη δόξα, αλλά κυρίως τον απλό λαό, που ζούσε μέσα στην απαιδευσία και τη βαρβαρότητα και αγνοούσε το λόγο του Θεού.
Μετά από οκτώ χρόνια σπουδών, άρχισε και ο ίδιος να διδάσκει στα χωριά της περιοχής του και με την ευγλωττία που τον διέκρινε κατόρθωνε να μαγνητίζει το λαό. Συγχρόνως, συνέχιζε να μελετά και να μορφώνεται. Η αγάπη του για τη μόρφωση τον έφερε το 1743 στο Άγιον Όρος, στην Αθωνιάδα Σχολή, όπου δίδασκε εκείνη την εποχή ο μεγάλος δάσκαλος του Γένους Ευγένιος Βούλγαρις, ο οποίος τον μύησε στο σχέδιο της Μεγάλης Ιδέας. Αποσύρθηκε από την Αθωνιάδα το 1758 και το επόμενο έτος εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους. Ωστόσο, ο άγιος Κοσμάς, ως άνθρωπος που αγαπούσε το λαό και πίστευε, όπως είπαμε, ότι η μόρφωση δεν υπάρχει για τον εαυτό της αλλά για την αναγέννηση του λαού, δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο μοναστήρι, μακριά από τα προβλήματα και τις ανάγκες του ορθοδόξου πληρώματος. Για το λόγο αυτό αποχαιρέτησε τους μοναχούς και ήλθε στην Κων/πολη το 1759, με σκοπό να λάβει και επίσημα την άδεια να κηρύττει. Ο Πατριάρχης Σεραφείμ, που κατάλαβε ότι είχε μπροστά του έναν ένθερμο και ανιδιοτελή πατριώτη, ένα δυνατό ρήτορα κι ένα πιστό τέκνο της Εκκλησίας, του έδωσε την άδεια. «Έτσι ο Κοσμάς έχοντας την υποστήριξη και την έγκριση της Εκκλησίας, κατέβαινε στον αγώνα του, αφού μακροχρόνια παρασκευάστηκε σ’ αυτόν με τη μελέτη, με την πείρα του κόσμου και τη βαθιά γνώση των αρχών του Ευαγγελίου» . Φορώντας το απλό κι απέριττο ράσο του και κρατώντας ένα ραβδί στο χέρι, με κορμοστασιά αγέρινη και με μάτια που έλαμπαν από τον πόθο να δει το λαό να ξυπνά από τη δουλεία της αμάθειας και της βαρβαρότητας, άρχισε να περιοδεύει τον ελληνικό χώρο, αναλαμβάνοντας το έργο της πνευματικής ανυψώσεως του Γένους. Σαν ένας νέος Απόστολος Παύλος ο Κοσμάς περιόδευσε όλη την Ελλάδα και, ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη, διήλθε τη Θράκη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Αιτωλία, φτάνοντας μέχρι τη Ναύπακτο και το Μεσολόγγι. Η φλογερή διδασκαλία του Κοσμά συγκινούσε και συγκλόνιζε τον απλό λαό, δεν άρεσε όμως στους άρχοντες και στους πλούσιους, Γι’ αυτό και επέστρεψε στην Κων/πολη το 1763, για να ανανεώσει την άδεια να κηρύττει, πράγμα που πέτυχε. Έτσι ξεκίνησε δεύτερη περιοδεία  ανά την Ελλάδα με μεγαλύτερο ζήλο κι ενθουσιασμό. Περιόδευσε και πάλι τη Μακεδονία, τη Θεσσαλία, τις Σποράδες, την περιοχή του Ολύμπου, την Ήπειρο, την περιοχή της Πίνδου και των Αγράφων, τη Στερεά Ελλάδα, την Κεφαλονιά διδάσκοντας το λαό και στηρίζοντάς τον στην πίστη. Το 1774 μέσω του Αιγαίου έφτασε και πάλι στην Κων/πολη, όπου ανανέωσε για τρίτη φορά την άδεια να κηρύττει και το 1775 ξεκίνησε την τρίτη περιοδεία του, κατά προτροπή και του Πατριάρχη Σωφρονίου.
Δοσμένος στην υψηλή του αποστολή, ο Κοσμάς ήταν αποφασισμένος, προκειμένου να δει αναγεννημένη την πατρίδα του, να φτάσει μέχρι το μαρτύριο. Περιήλθε καταρχάς, σύμφωνα και με τις οδηγίες του Πατριάρχη Σωφρονίου, τα νησιά του Αιγαίου, με σκοπό να στηρίξει τους νησιώτες, που είχαν υποστεί πολλά δεινά, ύστερα από την επανάσταση του 1770. Στη συνέχεια ήλθε στη Μακεδονία, την Ήπειρο και την Αλβανία, όπου η ηθική κατάπτωση ήταν μεγάλη και υπήρχε το φοβερό φαινόμενο των αθρόων εξισλαμισμών. Τα όλο φλόγα κηρύγματά του άκουγε πλήθος ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους τον ακολουθούσαν στην περιοδεία του. Ο άγιος Κοσμάς όχι μόνο διδάσκει αλλά και προφητεύει και θαυματουργεί. Οι ομιλίες του μαγνητίζουν το λαό, όπου κι αν κηρύττει, ενώ σκανδαλίζουν τους προύχοντες, τους οποίους τολμά να στηλιτεύει για την από μέρους τους καταπίεση και εκμετάλλευση του λαού. Ο βασικός του στόχος, όμως, είναι η ίδρυση σχολείων, πράγμα που τον αναγκάζει να μετριάζει κάποτε το λόγο του, προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα χρήματα από τους πλούσιους. Στα Γρεβενά και σε άλλα χωριά συστήνει τα πρώτα σχολεία και με το οργανωτικό του πνεύμα καταλαβαίνει αμέσως ότι πρέπει να εξασφαλίσει την οικονομική στήριξη για τη συντήρηση και τη λειτουργία  τους. Έτσι, καταφεύγει σε εράνους ή προτρέπει τους πλούσιους και άρχοντες των περιοχών αυτών να  συνεισφέρουν τα απαραίτητα για την ίδρυση και συντήρηση των σχολείων.
Από τη Μακεδονία πορεύεται και φτάνει στην Αλβανία, όπου η κατάσταση του ελληνικού στοιχείου ήταν απελπιστική. Συστήνει στους εκεί Έλληνες να μη μιλούν τα αρβανίτικα αλλά τα ελληνικά και αρχίζει τον αγώνα για την ηθική και θρησκευτική σωτηρία των Ελλήνων της Αλβανίας και της Ηπείρου, όπου οι εξισλαμισμοί ήταν καθημερινό φαινόμενο, οι εκκλησίες έμεναν αλειτούργητες και ιερείς δεν υπήρχαν. Περιόδευσε όλες τις πόλεις της Αλβανίας διδάσκοντας και ιδρύοντας σχολεία, βρίσκοντας στελέχη για την Εκκλησία, συστήνοντας Ιερατική Σχολή, προφητεύοντας και θαυματουργώντας. Η επιρροή που ασκούσε στα λαϊκά στρώματα ήταν τεράστια. Χιλιάδες Ελλήνων επανήλθαν στην ορθόδοξη πίστη, οι εξισλαμισμοί περιορίστηκαν, ενώ ο κύκλος των πιστών πλάταινε καθημερινά. Οι άνθρωποι τον περίμεναν με λαχτάρα στα χωριά, για να ακούσουν το κήρυγμά του, κήρυγμα μετάνοιας και επιστροφής στην Ορθοδοξία.
Από την Αλβανία και την Ήπειρο ο άγιος Κοσμάς πέρασε  και πάλι στην Κεφαλονιά, συνεχίζοντας με επιτυχία το διδακτικό του έργο. Έγραψε ένας Κεφαλλονίτης ιστορικός της εποχής για την επίδραση του κηρύγματος του αγίου Κοσμά: «Η αυστηρότης του ήθους, η ευαγγελική απλότης των λόγων και η δύναμις των επιχειρημάτων του επέφερον τοιαύτην μεταβολήν ηθών, ώστε πολέμιαι οικογένειαι εφαίνοντο συμβιούσαι αδελφικώς, ασπαζόμεναι αλλήλας και αιτούμεναι αμοιβαίως συγχώρησιν. Άνθρωποι διαπράξαντες βαρέα εγκλήματα εφαίνοντο κλαίοντες πικρώς τα αμαρτήματα αυτών και πανταχόθεν προερχόμενοι εις εξομολόγησιν. Γάμοι διαλελυμένοι από πολλών ετών πάλιν απεκαθίσταντο. Πόρναι εγκατέλειπον το αισχρόν αυτών έργον και επέστρεφον πλήρεις μετανοίας και σωφροσύνης. Δεσποινίδες πλούσιαι και καλαί τα πολύτιμα αυτών κοσμήματα εδωρούντο τοις πτωχοίς ή τοις ναοίς. Δίκαι κατέπαυσαν. Κλοπιμαία επεστράφησαν. Ύβρεις συνεχωρήθησαν. Άνθρωποι διεφθαρμένοι ενεδύοντο το μοναχικόν σχήμα και ηκολούθουν τον ιεροκήρυκα και εν ολίγαις μετεβλήθη η όψις της νήσου και σύμπας ο λαός κατέστη μία οικογένεια» .
Από την Κεφαλονιά ο άγιος ήλθε στη Ζάκυνθο και από εκεί στην Κέρκυρα, ακολουθούμενος από πολλούς Κεφαλλονίτες. Και στα δυο νησιά όμως η υποδοχή του συνοδεύτηκε από επεισόδια που δημιούργησαν εναντίον του οι επιχώριοι μητροπολίτες, οι άρχοντες και οι Εβραίοι, προς τους οποίους είχε στρέψει τα βέλη του ο άγιος. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα το κήρυγμά του να λάβει κοινωνικότερο χαρακτήρα και, με βάση πάντα τα Ευαγγέλιο, να στραφεί ανοικτά κατά της σκληρότητας των πλουσίων και της υπουλότητας των Εβραίων. Η ζωή του ήταν αποφασισμένη πια. Ήταν έτοιμος για όλα, ακόμα και για το μαρτύριο, όπως κήρυττε ο ίδιος: «Τον Χριστόν μου παρακαλώ να με αξιώσει να χύσω κι εγώ το αίμα μου δια την αγάπην του, καθώς το έχυσε και εκείνος δια την αγάπην μου».
Η τελευταία περιοδεία του αγίου Κοσμά άρχισε τον Ιούλιο του  1777. Ξεκινώντας από την Αλβανία ο άγιος ήλθε στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία και από εκεί στη Χαλκιδική, κηρύττοντας την πίστη στο Χριστό και την Εκκλησία του, ιδρύοντας σχολεία, στηρίζοντας το λαό και στηλιτεύοντας εκείνους που τον εκμεταλλεύονταν, κυρίως τους Εβραίους, οι οποίοι μάλιστα ζημιώνονταν στο οικονομικό πεδίο, αφού στα παζάρια κανείς χριστιανός δεν αγόραζε πια από αυτούς. Γι’ αυτό οι Εβραίοι αποφάσισαν ότι ο Κοσμάς έπρεπε να βγει από τη μέση, διαθέτοντας προς τούτο μεγάλα ποσά στους πασάδες των επαρχιών. Η κατηγορία βρέθηκε εύκολα: ο άγιος Κοσμάς ξεσήκωνε τους ραγιάδες σε επανάσταση εναντίον των Τούρκων και οι κάμποι έμεναν ακαλλιέργητοι από τον κόσμο που τον ακολουθούσε, με αποτέλεσμα να ζημιώνεται το τουρκικό κράτος. Η ζωή του αγίου είχε κριθεί οριστικά. Οι άνθρωποι του πασά του Μπερατίου τον συνέλαβαν την ώρα του κηρύγματος και την επομένη τον απαγχόνισαν στη θέση Μπουγιαλή κοντά στον ποταμό Άψο. Όπως έγραψε αυτόπτης μάρτυρας, «οι δήμιοι τον εκάθησαν κοντά εις ένα δένδρον και ηθέλησαν να του δέσουν τα χέρια, αλλ’ εκείνος δεν τους άφησε, λέγοντάς τους ότι δεν αντιστέκεται. Έπειτα ακούμβησε την ιεράν κεφαλήν του εις το δένδρον και ούτω τον έδεσαν από τον λαιμόν με ένα σχοινί και ευθύς μόνον που το έσφιξαν, επέταξε το θείον του πνεύμα εις τα ουράνια, όντας εις ηλικίαν εξήντα πέντε χρόνων». Ήταν Σάββατο, 29 Αυγούστου του 1779. Το τίμιο λείψανό του το έριξαν στον ποταμό. Αλλά τη νύχτα ένας ευσεβής χριστιανός το ανέσυρε από το νερό και το ενταφίασε στο νάρθηκα του ναού της Θεοτόκου, στο χωριό Καλικόντασι.
Από το βίο του αγίου, όπως σύντομα εκτέθηκε, μπορεί κανείς να αντιληφθεί και το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, η οποία διασώθηκε στις περίφημες «Διδαχές»του, κείμενα καταγεγραμμένα από τους μαθητές και ακολούθους του, καθώς ο άγιος μιλούσε πάντοτε από στήθους. Η διδασκαλία του ερείδεται στην Αγία Γραφή και την Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τη Γραφή είχε μελετήσει ο ίδιος συστηματικά κατά τα χρόνια των σπουδών του και με αυτήν επεδίωξε να αναγεννήσει τον αμαθή, άγριο και δεισιδαίμονα λαό, μιλώντας όμως μια γλώσσα οικεία στο πλήθος. Ήξερε ότι ο λαός είχε ανάγκη από μια διδασκαλία απλή, εύκολα κατανοητή. Γι’ αυτό και μιλούσε στη γλώσσα του λαού, εκλαϊκεύοντας την ευαγγελική διδασκαλία με τη χρήση σχημάτων λόγου και εικόνων κοντινών στη λαϊκή ψυχή. Κάθε λόγος, κάθε πράξη, κάθε έργο, έλεγε, έπρεπε να ξεκινά από το Θεό και να τελειώνει στο Θεό. Έλεγε: «Ο Πανάγαθος και πολυέλεος Θεός, αδελφοί μου, έχει πολλά και διάφορα ονόματα. Λέγεται φως, ζωή, ανάστασις. Όμως το καθολικόν του όνομα είναι και λέγεται αγάπη. Και ημείς λοιπόν, αν θέλωμεν να λέγωμεν τον Θεόν μας Πατέρα, πρέπει να έχωμεν δύω αγάπαις, αγάπην εις τον θεόν και αγάπην εις τον πλησίον…Και καθώς ένα χελιδόνι χρειάζεται δύο πτέρυγες δια να απετάξη, έτσι και ημείς χρειαζόμεθα αυταίς ταις δύω αγάπαις και χωρίς αυταίς αδύνατον είναι να σωθώμεν» . Ζητούσε από τους χριστιανούς να έχουν στάση ηρωική απέναντι στο θάνατο και παρότρυνε τις γυναίκες να μην κλαίνε, όταν χάνουν ένα αγαπημένο πρόσωπο. Δίδασκε με σαφήνεια τα καθήκοντα του χριστιανού, παροτρύνοντάς τους να τηρούν με ακρίβεια τις εντολές του Θεού, ενώ τόνιζε σε κάθε διδαχή του την ανάγκη για εμμονή με σταθερότητα στην ορθόδοξη πίστη, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να  περιορίσει τους εξισλαμισμούς. Το θέμα αυτό το χειριζόταν με εκπληκτική δεξιοτεχνία, λόγω της παρουσίας των Τούρκων. Εξυμνούσε πάντοτε την πίστη που φτάνει ως το μαρτύριο, μιλώντας με παραβολές παρμένες από την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, από επεισόδια της Αγίας Γραφής ή από συναξάρια αγίων, που κυκλοφορούσαν τότε και διαβάζονταν από το λαό.
Όμως το κήρυγμα του αγίου Κοσμά είχε και κοινωνικό και ηθικό περιεχόμενο, πράγμα που τον προβάλλει ως πρωτοπόρο κοινωνικό αναμορφωτή. Κηρύσσει την κοινωνική δικαιοσύνη, την πειθαρχία στις  ηθικές αρχές του Ευαγγελίου, το σεβασμό του συνανθρώπου, τη φιλανθρωπία, την ολιγάρκεια, την κατάργηση της πολυτελούς διαβίωσης και μιλάει για την ανάγκη ίδρυσης νοσοκομείων, την περίθαλψη των φτωχών, τη μόρφωση των ανθρώπων και την ίδρυση σχολείων. Είναι ο πρώτος που σύστησε την αργία της Κυριακής και την πέτυχε μάλιστα στα χρόνια του. Είναι ο πρώτος που μίλησε για τη γυναίκα και ζήτησε την ανύψωσή της και την ισότητα με τον άντρα. Είναι ο πρώτος που μίλησε κατά της ληστείας, η οποία μετέβαλε τον τόπο σε κόλαση βαρβαρότητας και ασυδοσίας. Ο άγιος εξαίρει τη χαρά της εργασίας, την αγνότητα του συζυγικού βίου που βασίζεται στο σεβασμό, στη συνεννόηση και στην αληθινή αγάπη. Βάζει στέρεα τα θεμέλια της ισότητας των ανθρώπων, όταν διακηρύσσει ότι «Όλοι οι άνθρωποι είναι από ένα πατέρα και από μίαν μητέρα και δια τούτο είμεθα όλοι αδελφοί, όλοι ίσοι».
Αλλά ο τομέας για τον οποίο εργάστηκε κατεξοχήν ο άγιος Κοσμάς ήταν η ίδρυση και λειτουργία σχολείων. Αυτή ήταν και η κατακλείδα όλων των λόγων του. Θεωρούσε τη μόρφωση ως αρχή της εθνικής αναγεννήσεως, γι’ αυτό και ίδρυσε περί τα τριακόσια σχολεία. Η μόρφωση των νέων είναι το θέμα που φαίνεται να τον απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, καθώς πίστευε ότι το έθνος το ελληνικό μπορεί να ξυπνήσει μόνο με την παιδεία. Θέλει  ένα σχολείο για το λαό, για όλους, όπου τα παιδιά να μαθαίνουν λίγες ίσως μα στερεές γνώσεις κι αυτές ποτισμένες από το πνεύμα του Χριστιανισμού: «Πρέπει, αδελφοί μου, να στερεώνετε σχολεία, διότι πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι, και ηξεύρουν και μαθαίνουν τι είναι Θεός, τι είναι άγιοι άγγελοι, τι δαίμονες, τι κακία, τι αρετή. Το σχολείον φωτίζει τους ανθρώπους. Ανοίγει τα μάτια των Χριστιανών» . Για τον άγιο Κοσμά Χριστιανισμός και Ελληνισμός ήταν ταυτόσημα, γι’ αυτό και η ανύψωση του λαού με βάση τις αρχές του Ευαγγελίου σήμαινε την αναγέννηση του ελληνικού έθνους και την προετοιμασία της απελευθέρωσης και της εθνικής αποκαταστάσεως. Όμως η επιτυχία του εκπαιδευτικού έργου περνούσε μέσα από τη γλώσσα, που για τον Κοσμά ήταν η γλώσσα του λαού και όχι η γλώσσα των λογίων. Η κατανόηση της  γενικότερης αξίας της γλώσσας για τη συνέχεια του Ελληνισμού φαίνεται και από το γεγονός ότι ο άγιος παρότρυνε τους δίγλωσσους Ρωμιούς (Βλάχους και Αρβανίτες) να μιλούν την ελληνική μόνο γλώσσα.
Πολλά θα είχε να πει κανείς για το μεγάλο άγιο, τον ισαπόστολο Κοσμά τον Αιτωλό, για τη ζωή, τη διδασκαλία του, τις προφητείες του, τα θαύματά του, το μαρτυρικό τέλος του, τον καίριο ρόλο του στην εθνική, κοινωνική, ηθική και μορφωτική αναγέννηση των Ελλήνων κατά τον κρίσιμο 18ο αιώνα. Εκείνο όμως που πρέπει, τελικά, να τονιστεί είναι ότι ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος δάσκαλος του Γένους, αλλά κι ένας μεγάλος άγιος που σφράγισε με το έργο και το μαρτύριό του τη διδασκαλία του. Είναι εκείνος που εφάρμοσε στο ακέραιο το λόγο του Χριστού: «ὅς ἄν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5,19). Γι’ αυτό και στη συνείδηση του πιστού λαού αλλά και του ελληνικού Έθνους γενικότερα δεν θα πάψει ποτέ να είναι μέγας.

Φάνης Μιχαλόπουλος, Κοσμάς ο Αιτωλός, Αθήναι 1950, σ.23.

Ό.π. σ. 90-91.

Ό.π. σ. 33-34.

Ό.π. σ. 45-46.