Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας κατά τον οποίο εορτάζουμε τη μεγάλη δεσποτική και θεομητορική συγχρόνως εορτή της Υπαπαντής του Χριστού, μια εορτή που καθιερώθηκε το 541 μ. Χ. από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο, κάθε αρσενικό παιδί έπρεπε, σαράντα μέρες μετά τη γέννησή του, να οδηγηθεί από τους γονείς του στο Ναό. Εκεί προσέφεραν ένα ζεύγος τρυγονιών ή δυο νεοσσούς περιστεριών και αφιέρωναν το παιδί στο Θεό. Αυτό έπραξαν και οι γονείς του μικρού Ιησού, οδηγώντας Τον στο Ναό, όπου έγινε η συνάντηση (υπαπαντή) με το δίκαιο Συμεών, έναν ευσεβή γέροντα ιερέα, ο οποίος είχε πληροφορηθεί, ύστερα από θεία αποκάλυψη, ότι δεν θα πεθάνει προτού συναντήσει το Μεσσία και Σωτήρα του κόσμου. Κατά τη συνάντηση αυτή ο Συμεών πήρε στην αγκαλιά του το βρέφος Ιησού και, έχοντας καταλάβει ότι πρόκειται για τον αναμενόμενο Μεσσία, δόξασε το Θεό που αξιώθηκε να ζήσει αυτό το μεγάλο γεγονός και είπε το περίφημο: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμά σου εν ειρήνη…».

Με βάση αυτό το γεγονός, η Εκκλησία μας καθιέρωσε το σαραντισμό της νέας μητέρας, κατά μίμηση του σαραντισμού του Χριστού. Σαράντα μέρες, δηλαδή, μετά τη γέννηση του παιδιού (κοριτσιού ή αγοριού), η μητέρα φέρνει το νεογέννητο στο ναό κατά το πρότυπο της  Παναγίας, για δυο λόγους: α) για να εισαγάγει το βρέφος στο ναό, ώστε αυτό να μπορεί στη συνέχεια να βαπτισθεί και να συμμετάσχει στην εν Χριστώ λατρευτική ζωή, και β) για να καθαρισθεί και αυτή (καθώς οι ευχές του σαραντισμού αναφέρονται και στον καθαρισμό της γυναικός). Ακάθαρτη και όχι αμαρτωλή, όπως το συγχέουν πολλοί άνθρωποι στις ημέρες μας, θεωρείται η γυναίκα. Η γυναίκα ασφαλώς και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, διότι έγινε συνδημιουργός του Θεού, φέρνοντας στον κόσμο έναν άνθρωπο. Ακαθαρσία θεωρείται ό,τι αποβάλλεται από τον ανθρώπινο οργανισμό, γι’ αυτό και παραμένει η γυναίκα έπειτα από την κύηση στον σπίτι της για σαράντα ημέρες, ώσπου να καθαριστεί  πλήρως και να μπορεί να συμμετάσχει και πάλι στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Γι’ αυτό το λόγο και διαβάζει ο ιερεύς την ευχή στον πρόναο του ναού και έπειτα, όταν λαμβάνει στα χέρια του το βρέφος και το εισάγει στον κυρίως ναό, τότε και η γυναίκα, αφού έχει καθαρισθεί από τις ευχές, ασπάζεται τις ιερές εικόνες. 

Όμως ο σαραντισμός αφορά κυρίως το παιδί, το οποίο με τον τρόπο αυτό αφιερώνεται στο Θεό. Μάλιστα, πρέπει να υπογραμμιστεί το γεγονός της εισαγωγής του από τον ιερέα στο ίδιο το Ιερό Βήμα, όπου προσφέρεται στο Θεό (καθώς ο ιερέας το ανυψώνει με τα χέρια του προς τον ουρανό), ως «δώρον» και «ανάθημα». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος άνθρωπος δεν ανήκει μόνο στην οικογένειά του, αλλά εντάσσεται πλέον στη μεγάλη οικογένεια της Εκκλησίας. Μάλιστα, με τις ευχές που διαβάζει στην τελετή του σαραντισμού ο ιερέας ζητεί από το Θεό το παιδί που είδε το αισθητό φως της μέρας να αξιωθεί να δει και το νοητό φως, να «συγκαταριθμηθεί στην αγία ποίμνη» (δηλαδή την Εκκλησία) και με το Βάπτισμα να αναγεννηθεί «δι’ ύδατος και Πνεύματος». Επομένως, ο «εκκλησιασμός»του παιδιού, η πρώτη είσοδός του δηλαδή στο ναό, αποτελεί προετοιμασία για το Βάπτισμα, γι’ αυτό και το παιδί μετά το σαραντισμό θεωρείται κατηχούμενος, αφού και οι ευχές που διαβάζει ο ιερέας έχουν προβαπτισματικό χαρακτήρα.

Είναι, επομένως, απόλυτα αναγκαίο να μην παραμελούν οι γονείς να φέρνουν το βρέφος στην εκκλησία, όταν γίνει σαράντα ημερών. Μάλιστα, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό, στην τελετή του σαραντισμού πρέπει να παρευρίσκονται και οι δυο γονείς, ακόμη και ο μελλοντικός ανάδοχος (νονός). Γενικώς, θα λέγαμε ότι η Υπαπαντή του Χριστού ανοίγει ενώπιον των χριστιανών το μεγάλο θέμα της σχέσης του παιδιού και του νέου ανθρώπου γενικά με την Εκκλησία. Ένα θέμα πολύ σοβαρό, αφού από την ποιότητα της σχέσης αυτής θα εξαρτηθεί και η πορεία του νέου χριστιανού. Θα πρέπει να σκεφτούμε ότι αληθινός χριστιανός δεν είναι εκείνος που έχει απλώς βαπτιστεί, αλλά εκείνος που ακολουθεί σωστά την εκκλησιαστική ζωή. Για να συμβεί όμως αυτό και τα παιδιά και οι νέοι βρεθούν κοντά στην Εκκλησία ως ενεργά μέλη της, πρέπει η οικογένεια κυρίως να παίξει το ρόλο της. Το παράδειγμα των γονέων, οι αρχές και οι αξίες που θα εμπνεύσουν στα παιδιά τους, ο τακτικός εκκλησιασμός της οικογένειας, η καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος των παιδιών, η βοήθεια που οι γονείς θα τους προσφέρουν, ώστε να κατανοήσουν τη σημασία της συμμετοχής στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας (και όλα αυτά με πνεύμα ελευθερίας και αγάπης) είναι πράγματα που έχουν καταλυτικό ρόλο στη χριστιανική διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Γι’ αυτό η Εκκλησία επιζητεί τη συνεργασία με τους γονείς, ώστε όλοι μαζί να συντρέξουν στο μεγάλο έργο της «εις Χριστόν παιδαγωγίας». Έτσι η αφιέρωση του παιδιού στο Θεό, που γίνεται με το σαραντισμό, αποκτά και το αληθινό της νόημα.