Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Η 1η Σεπτεμβρίου είναι η αρχή του εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά, που ονομάζεται και Ίνδικτος, από τη λατινική λέξη indictio, που σήμαινε το αυτοκρατορικό διάταγμα το οποίο εξέδιδαν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες και αφορούσε τη φορολογία για τη συντήρηση του ρωμαϊκού στρατού. Το διάταγμα αυτό εκδιδόταν κάθε δεκαπέντε χρόνια, ενώ ο φόρος πληρωνόταν κάθε χρόνο, λίγο πριν από το χειμώνα. Αυτή τη λατινική λέξη εξελλήνισαν (Ίνδικτος) και κράτησαν οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, από όπου την παρέλαβε και η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και καθιέρωσε την 1η Σεπτεμβρίου ως ημέρα έναρξης του εκκλησιαστικού έτους.
Την 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει, λοιπόν, ο κύκλος του εκκλησιαστικού ή εορτολογικού έτους. Η Εκκλησία, σοφά σκεπτόμενη, θεωρεί αυτή τη μέρα ως αρχή του έτους και για άλλους λόγους. Πρώτα-πρώτα, επειδή το Σεπτέμβριο έχει συμπληρωθεί η συγκομιδή των καρπών του καλοκαιριού κι έτσι κλείνει το γεωργικό έτος, που είχε αρχίσει το προηγούμενο φθινόπωρο με τη σπορά των καρπών. Έτσι, το Σεπτέμβριο αρχίζουν και πάλι οι γεωργοί τη σπορά, για να δρέψουν ξανά τους καρπούς την επόμενη χρονιά. Την 1η Σεπτεμβρίου όμως η Εκκλησία ενθυμείται και την είσοδο του Χριστού στην εβραϊκή συναγωγή της Ναζαρέτ, όπου διάβασε από τον προφήτη Ησαΐα το απόσπασμα που έλεγε: «Πνεύμα Θεού είναι μέσα μου, γιατί ο Κύριος με έχρισε και μ’ έστειλε ν’ αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους τσακισμένους ηθικά, να κηρύξω τη λευτεριά στους αιχμαλώτους και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να αφήσω ελεύθερους τους πονεμένους και να αναγγείλω τον ερχομό του καιρού που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του» (Λουκ. 4, 16-19). Όχι μόνο η τελευταία φράση αλλά και ολόκληρο το απόσπασμα σχετίζεται σαφώς με την πρώτη μέρα του εκκλησιαστικού έτους, αφού ο Χριστός λέει ότι ήλθε να κηρύξει την καινούργια εποχή της εύνοιας του Θεού προς τον άνθρωπο, που μεταφράζεται ως ελευθερία, ως χαρά και ως σωτηρία από το κακό και την αμαρτία.
Η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά, λοιπόν, διαφέρει από την κοσμική πρωτοχρονιά της 1ης Ιανουαρίου, γιατί για την Εκκλησία ο χρόνος έχει ένα άλλο νόημα. Η αρχή του εκκλησιαστικού έτους βάζει τον άνθρωπο μπροστά στον αγώνα αφενός για την εξασφάλιση της τροφής του, αφού τότε, όπως είπαμε αρχίζουν οι γεωργικές εργασίες, και αφετέρου για τη σωτηρία του, αφού τότε ξεκίνησε ο Χριστός το σωτηριώδες έργο Του. Η Εκκλησία τη μέρα αυτή έρχεται να ευλογήσει την αρχή του ετήσιου κύκλου και την έναρξη των γεωργικών εργασιών, με τις οποίες ο άνθρωπος εξασφαλίζει την τροφή του, υπενθυμίζοντας όμως,  ταυτόχρονα, ότι η ζωή δεν είναι μόνο το φαγητό και η επιβίωση αλλά και ο αγώνας για την πνευματική ζωή, της οποίας αποκορύφωμα είναι η γεύση του Άρτου και του Οίνου της Θ. Ευχαριστίας, δηλαδή η ένωση με τον κυρίαρχο του χρόνου, τον υπέρχρονο και υπερούσιο Τριαδικό Θεό. Έτσι, η Εκκλησία υπενθυμίζει στον άνθρωπο ότι, όπως σπέρνεται ο σπόρος στη γη και φυτρώνει το νέο φυτό, έτσι αρχίζει να σπέρνεται και ο σπόρος του Ευαγγελίου στην καρδιά των ανθρώπων, για να τους αναγεννήσει και να γίνουν νέοι άνθρωποι, ανακαινισμένοι και φωτισμένοι από το φως του Χριστού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ως πρώτη μεγάλη εορτή του εκκλησιαστικού έτους η Εκκλησία τοποθέτησε τη Γέννηση της Παναγίας (8 Σεπτεμβρίου), όπως είχε τοποθετήσει την Κοίμησή Της στον Αύγουστο, τον τελευταίο δηλαδή μήνα του έτους. Επομένως, το εκκλησιαστικό έτος ανοίγει  με τη Γέννηση της Μάνας του Θεού και κλείνει με την Κοίμησή Της. Το γεγονός αυτό συνδέει το χρόνο με την αιωνιότητα, αφού η Παναγία έγινε η Μητέρα του υπέρχρονου και αιώνιου Θεού που γεννήθηκε και έζησε ως άνθρωπος. Αλλά και η ίδια η Παναγία δεν πέθανε, αλλά κοιμήθηκε και «μετέστη»στους ουρανούς, νικώντας και η ίδια, με τη δύναμη του Θεού, το χρόνο και το θάνατο, γεγονός που μας θυμίζει πως κι εμείς δεν είμαστε πλασμένοι μόνο για την επίγεια και πρόσκαιρη ζωή, μα και για την άλλη, αυτή που ξεπερνά το σύνορα του χρόνου και εισέρχεται στην αιωνιότητα.