Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΥ

Του κ. Ιωάννη Τσερεβελάκη Θεολόγου και Πρωτοψάλτου του

Ιερού Ενοριακού Ναού Γενεσίου Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλείου

(Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα, 29 Δεκ. 2013)

Η σημερινή Κυριακή, η Κυριακή μετά τη Γέννηση του Χριστού, είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στο δίκαιο Ιωσήφ, τον μνήστορα της Θεοτόκου, στον άγιο βασιλέα Δαβίδ και στον άγιο Ιάκωβο τον αδελφόθεο. Τιμούμε τον Ιωσήφ, διότι διακρινόταν για τον άμεμπτο βίο του και, υπακούοντας στο Θεό, ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή του φύλακα και προστάτη της Παναγίας, κατά τη δύσκολη περίοδο της κυοφορίας και της Γέννησης του Χριστού αλλά και κατά την περίοδο των παιδικών του χρόνων. Τιμούμε, επίσης, τον προφητάνακτα Δαβίδ, όχι μόνο γιατί από τη βασιλική γενιά του καταγόταν ο Χριστός, αλλά και επειδή προφήτευσε την έλευσή Του. Τέλος, επειδή αυτή τη μέρα γινόταν η εορτή της σύναξης του προφήτη και βασιλέως Δαβίδ στο ναό του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, στην Κων/πολη, επικράτησε μαζί με το βασιλέα Δαβίδ να τιμάται και ο άγιος Ιάκωβος. Με την ευκαιρία αυτή της μνήμης του αγίου Ιακώβου, έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια να τελείται σε κάποιους ναούς η Θ. Λειτουργία, η οποία φέρει το όνομά του. Θα μου επιτρέψει, λοιπόν, η αγάπη σας να αναφερθώ με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία στον άγιο ο Ιάκωβο και τη Θ. Λειτουργία του και να εκθέσω κάποιες σκέψεις γενικά για τη σημασία της Θ. Λειτουργίας.
Ο άγιος Ιάκωβος, τον οποίο ο απόστολος Παύλος ονομάζει στην προς Γαλάτας επιστολή του, «ἀδελφόν τοῦ Κυρίου»(Γαλ. 1,19), υπήρξε ο πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων. Μάλιστα, όπως λέγει το συναξάριό του, χειροτονήθηκε από τον ίδιο το Χριστό. Αν ονομάζεται «αδελφός του Χριστού» και «αδελφόθεος», αυτό γίνεται καταχρηστικά, επειδή ήταν γιος του Ιωσήφ από προηγούμενη γυναίκα του. Βέβαια, το συναξάρι του διασώζει μια άλλη παράδοση για το όνομα αυτό. Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, όταν ο Ιωσήφ μοίραζε την περιουσία του στα παιδιά που είχε από την προηγούμενη σύζυγο, θέλησε να δώσει μερίδιο και στο Χριστό. Κι ενώ τα άλλα παιδιά δεν δέχτηκαν αυτή του την απόφαση, ο Ιάκωβος όχι μόνο τη δέχτηκε αλλά και έκαμε το Χριστό συγκληρονόμο στο μερίδιό του, γι’ αυτό και ονομάστηκε όχι μόνο «αδελφόθεος»αλλά και «δίκαιος». Όπως μας διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης (Ιωάν. 7,5), ο Ιάκωβος, όπως και όλοι οι συγγενείς του, δεν πίστεψε στην αρχή στο Χριστό, πράγμα όμως που έγινε μετά την ανάσταση και την εμφάνιση  του Χριστού σ’ εκείνον(Α΄ Κορ. 1,7). Έκτοτε έγινε ζηλωτής της χριστιανικής πίστεως και για το λόγο αυτό κατεστάθη από τους αποστόλους πρώτος επίσκοπος Ιεροσολύμων και κατέλαβε εξόχως υψηλή θέση στους κόλπους της πρώτης Εκκλησίας (Πράξ. 15,13 κ.ε.), θεωρούμενος ως ένας από τους στύλους της, μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη. Ο αδελφόθεος Ιάκωβος είχε μαρτυρικό θάνατο: οι Ιουδαίοι τον γκρέμισαν από το υψηλότερο σημείο της στέγης του ναού και στη συνέχεια τον λιθοβόλησαν μέχρι θανάτου. Έργο του αγίου Ιακώβου είναι η πρώτη από τις επτά καθολικές επιστολές, όπου αποκαλεί τον εαυτό του «δοῦλον τοῦ Κυρίου Ιησοῦ Χριστοῦ». Έτσι, στο πρόσωπό του συγκεντρώνονται οι ιδιότητες του αποστόλου, του επισκόπου, του θεόπνευστου συγγραφέα και του μάρτυρα. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας τον τιμά ιδιαιτέρως, τόσο στις 23 Οκτωβρίου όσο και σήμερα, υμνολογώντας τον ως «πιστὸν οἰκονόμον τῶν μυστηρίων τῶν πνευματικῶν», ως «θεόπτην καὶ ἀδελφὸν τοῦ Κυρίου», ως «γενναῖον ὁμολογητήν»της χριστιανικής πίστεως, ως «ἱεροφάντορα» και «θεολαμπῆ ἀστέρα» της Εκκλησίας.
Όμως, αγαπητοί μου, στον άγιο Ιάκωβο αποδίδεται από την παράδοση και η Θ. Λειτουργία που τελούμε σήμερα, η Θ. Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, όπως ονομάζεται. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Άγιος Ιάκωβος συνέταξε την πρωτοχριστιανική Θ. Λειτουργία του βασισμένος στα λόγια του Κυρίου «Λάβετε φάγετε» και «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες». Υπάρχουν, βέβαια, πολλοί που αμφισβητούν το κατά πόσο η Λειτουργία αυτή είναι έργο του αγίου Ιακώβου. Όμως, ακόμα  κι αν δεν συνεγράφη από τον άγιο Ιάκωβο, αλλ’ αποδίδεται σ’ αυτόν  λόγω της σπουδαιότητας του προσώπου του, είναι αδιαμφισβήτητη η αρχαιότητά της, αναγόμενη σε χρόνους παλαιοτέρους της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Το σίγουρο είναι ότι τόσο η απόδοσή της στον άγιο Ιάκωβο, όσο και εσωτερικές ενδείξεις, όπως π. χ.  το γεγονός ότι διαβάζεται ανάγνωσμα από την Π. Διαθήκη, μαρτυρούν ότι πρόκειται για αρχαία Θ. Λειτουργία που διαμορφώθηκε στα Ιεροσόλυμα και στη συνέχεια διαδόθηκε στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στην Αραβία, στην Ελλάδα και στους σλαβικούς λαούς. Η Θ. Λειτουργία του αγίου Ιακώβου τελούνταν στην Εκκλησία μέχρι τον 4ο αιώνα περίπου, μετά τον οποίο περιέπεσε σε πλήρη απραξία, καθώς στο χώρο της Ανατολής επεκράτησαν η Θ. Λειτουργία του Μ. Βασιλείου πρώτα και του Χρυσοστόμου στη συνέχεια.  Σύμφωνα με όσα λέγει εκκλησιαστικός συγγραφέας του 5ου αι. μ. Χ., (Πρόκλος πατριάρχης Κων/λεως)οι πρώτοι χριστιανοί, των οποίων η πίστη ήταν πολύ θερμή, είχαν τη Θ. Λειτουργία παρηγοριά και παραμυθία και γι’ αυτό δεν τους κούραζε, όσο εκτενής κι αν ήταν. Αργότερα όμως, όταν η πίστη τους έγινε πιο χλιαρή και άρχισαν να καταγίνονται με τις κοσμικές μέριμνες, η μέχρι τότε μακροσκελής Θ. Λειτουργία του Ιακώβου τούς φαινόταν βαρετή και κουραστική. Για το λόγο αυτό, πρώτα ο Μ. Βασίλειος κι έπειτα ο Χρυσόστομος, οι οποίοι γνώριζαν το ράθυμο της ανθρώπινης φύσεως, προχώρησαν σε λειτουργικές μεταρρυθμίσεις και περιόρισαν το χρόνο της Θ. Λειτουργίας, προκειμένου να ξεριζώσουν κάθε πρόφαση που εύρισκαν οι άνθρωποι, για να αποφεύγουν τον εκκλησιασμό. Αντίθετα, οι Μονοφυσίτες της Συρίας τη διατήρησαν και τη διατηρούν ακόμα ως τη θεμελιώδη λειτουργία τους, πράγμα που ήταν και μια άλλη αιτία για την εγκατάλειψή της από τους ορθοδόξους. Πάντως, περί τα τέλη του 19ου αιώνα μ.Χ. η Λειτουργία του Αγίου Ιακώβου επανήλθε σε λειτουργική χρήση στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων αλλά και στην Ελλάδα, και τελείται μια ή δυο φορές το χρόνο (23 Οκτωβρίου– Κυριακή μετά του Χριστού Γέννηση).
Η αρχαιοπρεπής αυτή Θεία Λειτουργία τελείται έξω από το Ιερό Βήμα, στο Σολέα του Ναού, όπως τελούνταν τα πρωτοχριστιανικά χρόνια, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στους παρευρισκομένους και συμπροσευχομένους χριστιανούς να βλέπουν τα τελούμενα και να συμμετέχουν καλύτερα στα δρώμενα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι οι ιερείς δεν είναι στραμμένοι προς ανατολάς αλλά προς το λαό. Υπάρχουν βέβαια και άλλες διαφορές από τη Θ. Λειτουργία του Χρυσοστόμου, στις οποίες όμως δεν θα αναφερθούμε εδώ. Εκείνο που θεωρούμε, ωστόσο, επιβεβλημένο στο σημείο αυτό είναι να πούμε λίγα λόγια για τη σημασία που έχει η Θ. Λειτουργία  για τη ζωή της Εκκλησίας και του κάθε χριστιανού ξεχωριστά. Και λέω «επιβεβλημένο», διότι πολλές φορές ερχόμαστε στην Εκκλησία και μετέχουμε στη Θ. Λειτουργία, χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, χωρίς να έχουμε συνείδηση της σημασίας της, πράγμα που μετατρέπει το πιο κεντρικό σημείο της ζωής της Εκκλησίας σε μια «καλή συνήθεια» ή σε μια ωραία αλλά ακατανόητη «θρησκευτική» τελετή. Ίσως πει -και δικαιολογημένα- κάποιος ότι  η αρχαιοπρεπής γλώσσα στην οποία είναι γραμμένη η Λειτουργία στέκεται εμπόδιο για την κατανόησή της. Ωστόσο, εδώ δεν θα μιλήσω εγώ, αλλά θα αφήσω να μιλήσει ένας σπουδαίος σύγχρονος γέροντας, ο αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος Σαχάρωφ, ο οποίος έγραψε: «Ἡ Λειτουργία, ὡς τὸ κορυφαῖον μέσον ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν, εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ὡς ἐκφραστικὸν ὄργανον τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν τελειοτέραν γλῶσσαν. Ἡ χρῆσις τοῦ τελειοτέρου ὑπάρχοντος γλωσσικοῦ ὀργάνου εἰς τὰς λατρευτικὰς συνάξεις βοηθεῖ τοὺς πιστοὺς νὰ διατηροῦν τὴν αἴσθησιν τοῦ Τελείου καὶ συμβάλλει εἰς τὴν πληρεστέραν δυνατὴν κοινωνίαν μετ’ Αυτοῦ. (…) Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἴμεθα κατηγορηματικῶς πεπεισμένοι ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ χρῆσις τῆς παραδεδομένης Λειτουργικῆς γλώσσης ἐν ταῖς ἐκκλησιαστικαῖς ἀκολουθίαις· οὐδόλως ὑπάρχει ἀνάγκη ἀντικαταστάσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς γλώσσης τῆς καθ’ ἡμέραν ζωῆς, πρᾶγμα ὅπερ ἀναποφεύκτως θὰ καταβιβάσῃ τὸ πνευματικὸν ἐπίπεδον καὶ θὰ προξενήσῃ οὕτως ἀνυπολόγιστον ζημίαν.».
Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα μας, δηλαδή στη σημασία της Θ. Λειτουργίας. Αν κάποιος έκανε μια έρευνα, μεταξύ ημών που βρισκόμαστε σήμερα στο ναό, με το ερώτημα:  «Γιατί πηγαίνετε στην Εκκλησία;», σίγουρα θα έπαιρνε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους απαντήσεις. Οι περισσότεροι από εμάς θα έλεγαν ίσως ότι πηγαίνουν στην Εκκλησία, για να προσευχηθούν. Κάποιοι άλλοι θα απαντούσαν ότι πηγαίνουν στην Εκκλησία από συνήθεια, διότι έτσι έμαθαν από τους γονείς τους. Κάποιοι άλλοι θα έλεγαν ότι εκκλησιάζονται, γιατί έτσι εκτελούν τα «θρησκευτικά τους καθήκοντα». Κάποιοι ακόμα ίσως έλεγαν ότι τους αρέσει το κήρυγμα του ιερέα ή η καλή ψαλμωδία του ψάλτη και κάποιοι άλλοι κάτι άλλο. Είναι όμως αυτοί οι σωστοί λόγοι του εκκλησιασμού των χριστιανών ή μήπως η παρουσία μας στην Εκκλησία κατά την ώρα της Θείας Λατρείας έχει ένα πιο ουσιαστικό σκοπό;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μας υποχρεώνει να σκεφτούμε ότι η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, του οποίου μέλη είμαστε όλοι οι βαπτισμένοι χριστιανοί. Έπειτα, να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο είναι χτισμένος ο ναός, ο οποίος μοιάζει με ένα πλοίο που κατευθύνεται προς την Ανατολή, δηλαδή προς τον τόπο από τον οποίο προσδοκούμε την επιστροφή του Χριστού κατά τη Δεύτερη ένδοξη Παρουσία Του. Όταν, λοιπόν, πηγαίνουμε στην Εκκλησία, όπου τελείται το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, αποκαλύπτουμε την ενότητά μας μέσα από την αγάπη μας προς το Θεό και τον πλησίον μας, πραγματοποιούμε την καινούργια κοινωνία του Χριστού, γινόμαστε όλοι ένα σώμα «εν Χριστώ». Στην Εκκλησία οι πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι αφήνουμε μακριά τις διαφορές μας και ζούμε μέσα στη χαρά της αγάπης του Χριστού, τρώγοντας το Σώμα και πίνοντας το Αίμα Του. Και όπως, για να γίνει το πρόσφορο της Θ. Ευχαριστίας, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, ενώθηκαν και αλέστηκαν πολλοί σπόροι του σιταριού μαζί, έτσι και μέσα στην Εκκλησία οι πολλοί γινόμαστε ένα σώμα, κοινωνώντας από το κοινό Ποτήριο.  Έτσι, αγιάζεται ο κόσμος και η ζωή μας και όλοι μαζί, ως ενότητα, «ταξιδεύουμε» προς το Θεό, εκεί που βρίσκεται η αληθινή ζωή.
Πηγαίνουμε, λοιπόν, στο ναό, όχι απλώς για να προσευχηθούμε, αλλά για «εκκλησιάσουμε» τη ζωή μας, να εξέλθουμε από το μικρό εαυτό μας και να πραγματοποιήσουμε την Εκκλησία ως σώμα Χριστού του οποίου είμαστε μέλη, να συναντηθούμε «σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις», η ορατή με την αόρατη και θριαμβεύουσα μία Εκκλησία, να ομολογήσουμε όλοι μαζί την πίστη μας στο Χριστό και, στρεφόμενοι προς την Ανατολή, να εκφράσουμε την τελική μας προσδοκία, που είναι η ένδοξη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού. Αλλά και φεύγοντας από το ναό, να εξακολουθήσουμε να ζούμε εκκλησιαστικά, δηλαδή με αγάπη μεταξύ μας, ως αδέλφια και ως μέλη του ίδιου σώματος. Δεν είναι, επομένως, απλώς μια «καλή συνήθεια» ούτε κι ένα απλό καθήκον ο εκκλησιασμός. Είναι η φανέρωση της αληθινής μας ζωής, είναι η επιστροφή ολόκληρου του κόσμου αλλά και της ζωής μας στην κατάσταση του αληθινού κόσμου και του αληθινού ανθρώπου. Αν δούμε έτσι την παρουσία μας στο ναό κατά την ώρα της Θ. Λατρείας και κυρίως κατά την τέλεση της Θ. Λειτουργίας, τότε η σχέση μας με την Εκκλησία έχει βρει τον αληθινό της σκοπό. Γι’ αυτό η Θ. Λειτουργία και το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας αποτελούν την καρδιά της Εκκλησίας. Χωρίς αυτήν η Εκκλησία εκπίπτει σε ένα σωματείο, γίνεται μια οποιαδήποτε οργάνωση με φιλανθρωπικούς σκοπούς, παύει ωστόσο να είναι Εκκλησία.
Αγαπητοί αδελφοί!  Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, έχει το μεγάλο και μοναδικό προνόμιο να είναι η μόνη Εκκλησία η οποία αδιασάλευτα παραμένει σταθερή στην πίστη και στην αλήθεια των πρώτων χριστιανικών αιώνων, έτσι όπως την παρέδωσε ο Κύριος μας στους Μαθητές και Αποστόλους Του. Πρόκειται για την ίδια πίστη και αλήθεια που διασώζεται ζωντανή μέσα στη Θ. Λειτουργία, στην οποία θυσιάζεται και παρατείνεται στους αιώνες ο Χριστός, «μεριζόμενος καὶ μηδέποτε διαιρούμενος, ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος». Αυτή την ενότητα της πίστεως, εντός της Βασιλείας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ζούμε οι πιστοί στη Θ. Λειτουργία. Γι’ αυτό και μετέχοντας στη Θ. Λειτουργία, μετέχοντας στην ιερουργία του Μυστηρίου των Μυστηρίων, μετέχουμε όλοι στην ευθύνη να είναι η πίστη μας ζωντανή, να σηκώνουμε με χαρά το σταυρό της πίστεως, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να γίνουμε κοινωνοί της αναστάσιμης χαράς. Αυτή την εκκλησιαστική πίστη και αλήθεια, αυτό το λειτουργικό βίωμα του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου, του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, που συνέταξαν σε  μια αδιάσπαστη συνέχεια τη Θ. Λειτουργία στην ωραία ελληνική γλώσσα, έχουμε τη μεγάλη ευθύνη, χρέος και αποστολή να διαφυλάξουμε και να μεταδώσουμε στις επερχόμενες γενεές, ως τον πολυτιμότερο μαργαρίτη και την πιο βαρύτιμη κληρονομιά.  Αμήν.

Ηράκλειο Κρήτης, 27 Δεκεμβρίου 2013