Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΑΙΝΗΣΙΜΟΥ

Με την ονομασία αυτή χαρακτηρίζει η Εκκλησία μας την εβδομάδα που ακολουθεί το Πάσχα και τελειώνει την Κυριακή του Θωμά. Η λέξη «διακαινήσιμος»έχει σχέση με τη λέξη «καινός», δηλαδή νέος, καινούργιος. Πρόκειται, επομένως, για την εβδομάδα κατά την οποία η Εκκλησία, με ιδιαίτερη έμφαση, τονίζει το «καινόν»μήνυμα που προήλθε από την Ανάσταση του Χριστού: ότι δηλαδή η πιο ειδεχθής μορφή του κακού, ο θάνατος, νικήθηκε και πως από τον άδειο τάφο του Κυρίου ξεπήδησε η ζωή. Αυτή η νίκη της ζωής επί του θανάτου είναι το «καινόν τῆς ἀμπέλου γέννημα»,το «καινόν πόμα» (το καινούργιο κρασί), η πηγή της αφθαρσίας που ανέβλυσε από τον τάφο του Χριστού, όπως ψάλλει ο υμνωδός. Για να προσθέσει γεμάτος από χαρά: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ…». Την «καινότητα»της ζωής, το πέρασμα (=Πάσχα) από μια ζωή που κατέληγε στο θάνατο στην «ἀγήρω λῆξιν» (το αγέραστο και άληκτο τέλος) σηματοδοτεί η Ανάσταση. Και τούτο το πέρασμα η υμνολογία το εξυμνεί με τον πιο λαμπρό τρόπο:

Πάσχα ἱερὸν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται,
Πάσχα καινόν, ἅγιον, Πάσχα μυστικόν,
Πάσχα πανσεβάσμιον, Πάσχα Χριστός ὁ Λύτρωτής,
Πάσχα ἄμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα τῶν πιστῶν
Πάσχα τὸ πύλας ἡμῖν τοῦ Παραδείσου ανοῖξαν,
Πάσχα πάντας ἁγιάζον πιστούς.

Ολόκληρη, λοιπόν, η εβδομάδα είναι αφιερωμένη στο μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας: την Ανάσταση του Χριστού, η οποία είναι το «πάντων καινῶν καινότατον», σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό. Ζώντας ο πιστός το γεγονός της Αναστάσεως στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής κοινότητας, βιώνει με χαρά ανεκλάλητη το γεγονός όχι μόνο της δικής του εσωτερικής αναγεννήσεως αλλά και της δυνατότητας μιας άλλης βιοτής για όλο τον κόσμο. Γιατί η Ανάσταση είναι μια πραγματικότητα δυναμική, πράγμα που σημαίνει πως κρύβει μέσα της τη δύναμη της μεταμόρφωσης του ανθρώπου, αρκεί ο τελευταίος να τη δεχτεί και να πιστέψει πως η «καινή κτίσις», για την οποία μιλεί ο Απ. Παύλος και η οποία εγκαινιάστηκε με την Ανάσταση, είναι ένα αληθινό γεγονός. Εξάλλου, όπως γράφει ο ίδιος, «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Κορ. 15,17).

Διερχόμαστε τη διακαινήσιμη εβδομάδα ως μια χρονική περίοδο ανακαινισμού και φωτισμού της ζωής μας από το άχρονο φως που «ἐπέλαμψεν ἡμῖν σωματικῶς ἐκ τοῦ τάφου». Το ερώτημα είναι: τι σημαίνουν όλα αυτά για το σύγχρονο άνθρωπο; Πώς προσλαμβάνει ο σημερινός πιστός το γεγονός της Ανάστασης; Ως μια αληθινή δυνατότητα ανακαινισμού, αναγέννησης και μεταμόρφωσης της ζωής του ή σαν μια ευκαιρία για ξεκούραση, για τον πασχαλινό οβελία και το κόκκινο αυγό; Για όσους συνδέουν το Πάσχα μόνο με το δεύτερο, δεν έχω τίποτε να πω. Βεβαίως και δεν απορρίπτεται η συμμετοχή στην αναστάσιμη χαρά με τις αισθήσεις και το σώμα, αλλά όποιος μείνει μόνον εκεί δεν κατάλαβε ποια η σημασία της Ανάστασης για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Για όσους όμως  αντιλαμβάνονται και προσλαμβάνουν την Ανάσταση ως δυνατότητα προσωπικής αναγέννησης έχω να παραθέσω λίγες σκέψεις.

Έχουν άραγε αληθινό περιεχόμενο όλες αυτές οι λέξεις που χρησιμοποίησα, δηλαδή «φωτισμός, αναγέννηση, μεταμόρφωση, ανακαινισμός», ή είναι άνευ περιεχομένου; Υπάρχει, δηλαδή, αντιστοιχία ανάμεσα στις έννοιες και στα πράγματα ή αλλιώς, ποια είναι τα «σημαινόμενα» αυτών των «σημαινόντων»; Μήπως πρόκειται για λέξεις που η Εκκλησία και η θεολογία χρησιμοποιούν, για να παρουσιάσουν καταστάσεις που βρίσκονται περισσότερο στο χώρο του επιθυμητού παρά του πραγματικού; Υπάρχει άραγε αυτός ο «καινός»άνθρωπος ή όλα είναι κενά περιεχομένου;

Στα ερωτήματα αυτά η Εκκλησία δεν απαντά με επιχειρήματα θεωρητικά ούτε με θεωρίες και φιλοσοφικές ή επιστημονικές αναλύσεις. Η Εκκλησία ξεκινά από ένα ιστορικό γεγονός: την Ανάσταση του Χριστού. Η πίστη στην Ανάσταση είναι ο θεμέλιος λίθος πάνω στον οποίο στηρίζει όλη τη διδασκαλία της, δίχως την οποία ο Χριστός είναι ίσως ένας σοφός Δάσκαλος ή ένας γενναίος άνθρωπος ή ένας ηθικός αναμορφωτής, ποτέ όμως αυτό που όντως ήταν: τέλειος Θεάνθρωπος. Αν ξεκινήσουμε από αυτή τη βάση, τότε νομίζω πως τα πράγματα λαμβάνουν διαφορετικές διαστάσεις. Διότι, από τη στιγμή που ο Χριστός ως Θεάνθρωπος αναστήθηκε, ολόκληρη η ανθρώπινη φύση γίνεται κοινωνός της Ανάστασης. Εμβολιάζεται δηλαδή στην ανθρώπινη φύση η δυνατότητα να ζήσει την αιωνιότητα της ζωής του Θεού, να ζήσει δηλαδή δίχως το φόβο του θανάτου, αφού ο άνθρωπος έχει ακέραιη την ελπίδα πως η ζωή του δεν κλείνει τον κύκλο της εδώ, αλλά μπορεί να εισέλθει από τούδε στο αδιάστατο και στο υπέρχρονο της αιωνιότητας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Ανάσταση γεμίζει την ψυχή με ελπίδα και αισιοδοξία, πράγμα που ανατρέπει κάθε δύναμη που αλλοτριώνει τον άνθρωπο. Έτσι όμως ο άνθρωπος δίνει διαφορετικό προσανατολισμό στη ζωή του, βλέπει με άλλο μάτι την πραγματικότητα, γίνεται φορέας του ελπιδοφόρου μηνύματος πως το κακό σε κάθε του μορφή μπορεί να νικηθεί, αφού το πιο μεγάλο κακό, ο θάνατος, νικήθηκε. Το πιο σημαντικό είναι πως ο πιστός δεν στηρίζεται σε έωλες θεωρίες, αλλά έχει ένα στέρεο οντολογικό θεμέλιο: το γεγονός της Ανάστασης. Αυτό του δίνει τη δύναμη να υπερβαίνει τις δυσκολίες, να χαίρεται, να αγαπά, να μοιράζει τη χαρά του με τους άλλους, να μάχεται κατά του κακού κάνοντας το καλό. Η πίστη στην Ανάσταση δίνει στη ζωή ένα νόημα πολύ πέρα από τον παχυλό υλισμό και ευδαιμονισμό του «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν». Ο άνθρωπος δεν κλείνεται στα στενά όρια του σαρκίου του, αλλά διαβαίνει τη θύρα του αιωνίου, ψαύει την αλήθεια της ζωής, γιορτάζοντας «θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἄδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, ταῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν».

Επομένως, η πίστη στην Ανάσταση φωτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη, ώστε να δει το «τέλος»προς το οποίο πρέπει να τείνει, μεταφέροντας τον άνθρωπο από το κράτος του θανάτου στο βασίλειο της ζωής. Απαλλάσσει την ύπαρξη από την αγωνία που γεννά το έγχρονο της ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο, αλλάζοντας έτσι εκ βάθρων τη ζωή, καθώς την προσανατολίζει προς τη δυνατότητα της αιωνιότητας. Μέσα από αυτή τη δυνατότητα υπέρβασης του διαιρεμένου κόσμου μεταξύ της αναγκαιότητας και της χρονικότητας η ύπαρξη βρίσκει τον εαυτό της, πραγματώνοντας την ελευθερία που είναι και η ουσία της. Διότι η Ανάσταση ανοίγει την πύλη προς την υπέρβαση, δηλαδή προς τη φανέρωση της ελευθερίας και άρα του πνεύματος. Έτσι η γνησιότητα της πνευματικής ζωής θεμελιώνεται στο γεγονός της Αναστάσεως.

Η Ανάσταση βιώνεται σε δυο διαστάσεις: την κάθετη και την οριζόντια. Κάθετη, γιατί συνδέει τον άνθρωπο με το υπέρχρονο και αιώνιο του Θεού, και οριζόντια, γιατί σηματοδοτεί την απαρχή ενός άλλου τρόπου ζωής και σχέσης με τους άλλους και την κτίση, ήδη από αυτό τον κόσμο. Οι δυο αυτές διαστάσεις αλληλοσυμπληρώνονται: δεν κερδίζουμε την αιωνιότητα μόνοι μας, δίχως τους άλλους, τους αδελφούς και συνανθρώπους μας. Αυτή είναι μια πλευρά του αναστάσιμου μηνύματος που πρέπει να κατανοήσουμε όλοι οι χριστιανοί και να μην αγωνιζόμαστε εγωιστικά να σώσουμε τον εαυτό μας μακριά από τα προβλήματα των άλλων. Συγχρόνως, να μην ξεχνάμε ποτέ πως η Ανάσταση είναι το πιο χαρμόσυνο γεγονός που συνέβη ποτέ επί γης, πράγμα που μας λέει πως η χριστιανική ζωή είναι ζωή ελπίδας και χαράς, όχι κατάθλιψης και θρησκευτικού αυτισμού. Χαρά και αγάπη, λοιπόν, είναι τα κομβικά σημεία του αναστάσιμου μηνύματος. Αν πιστεύουμε στην Ανάσταση, αυτός είναι ο δρόμος για να ζήσουμε την αναστάσιμη εμπειρία σε τούτο τον κόσμο. Αυτό μας διατρανώνει η Εκκλησία όλη τη Διακαινήσιμη εβδομάδα και όλη την περίοδο του Πεντηκοσταρίου που ακολουθεί.

 

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης