Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

Σε πολύ σοβαρό ζήτημα έχει εξελιχθεί και εξελίσσεται, τόσο για τη χώρα μας όσο και για την Ευρώπη ολόκληρη, το λεγόμενο προσφυγικό πρόβλημα, καθώς οι ροές των προσφύγων από την πολύπαθη Συρία αλλά και οι μετανάστες από την Ασία και τη Β. Αφρική εξακολουθούν να είναι πυκνές και κανείς δεν φαίνεται να έχει την ικανότητα ή τη θέληση να τις σταματήσει. Οι Ευρωπαίοι προσβλέπουν κυρίως στην Τουρκία, μια χώρα που μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο σε μια λύση (έστω και μη ριζική) του μεγάλου τούτου προβλήματος, η οποία, ωστόσο, παρά τις υποσχέσεις της και παρά τα χρήματα που της προσφέρονται αφειδώς από την Ε.Ε., φαίνεται να κωφεύει, επί του παρόντος τουλάχιστον. Την ίδια στιγμή στα τουρκικά παράλια εξακολουθούν να πνίγονται άνθρωποι, στα ελληνικά νησιά καταφθάνουν συνεχώς νέοι πρόσφυγες και μετανάστες, η κυβέρνηση τρέχει και δεν φτάνει, οι κάτοικοι αντιδρούν για τα hot spots και οι Ευρωπαίοι πιέζουν και υψώνουν φράχτες.

Δύσκολο στην επίλυσή του το πρόβλημα, που πρέπει να παραδεχτούμε πως γιγαντώθηκε τόσο εξαιτίας της απουσίας σχετικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και από τη (μικρή ή μεγάλη) αβελτηρία της κυβέρνησής μας. Δυστυχώς, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε όχι με τον απαραίτητο ρεαλισμό, χωρίς τη δέουσα προετοιμασία και με μια προσέγγιση μάλλον ιδεολογική, η οποία, ωστόσο, δεν λύνει τα προβλήματα. Έπρεπε να φτάσει ο «κόμπος στο χτένι» και να υπάρξει η πίεση από την πλευρά των Ευρωπαίων, για να αφυπνιστούμε.

Το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια λύση, η οποία προφανώς και δεν έχει καμιά σχέση με μια ρατσιστική και αντιανθρωπιστική αντιμετώπιση αυτών των ανθρώπων. Η λύση είναι προφανές ότι βρίσκεται στον τερματισμό του πολέμου στη Συρία, ενός πολέμου που δυστυχώς ξεκίνησε με ευθύνη και των Αμερικάνων και των Ευρωπαίων, οι οποίοι θεωρούν ότι μπορούν να κάνουν «εξαγωγή» της δημοκρατίας όπου τους συμφέρει και με αυτό το πρόσχημα να διαφεντεύουν τις τύχες των λαών. Ωστόσο, σε έναν τόσο αιματηρό πόλεμο, όπως αυτόν της Συρίας, η λύση δεν είναι εύκολη, γιατί οι διαφορές, τα πολιτικά και θρησκευτικά μίση και ο φανατισμός δύσκολα καταλαγιάζουν. Αν μάλιστα συμπεριληφθούν σ’  αυτό το μείγμα και τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, τότε το πρόβλημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο. Επομένως, τα καραβάνια των προσφύγων θα εξακολουθούν να καταφθάνουν στο Αιγαίο και μαζί τους και άνθρωποι επικίνδυνοι, όπως οι τζιχαντιστές, που όχι μόνο μισούν την Ευρώπη και τον τρόπο ζωής των Ευρωπαίων αλλά και στοχεύουν να αιματοκυλίσουν τις ευρωπαϊκές πόλεις. Την ίδια στιγμή, τόσο στη Μ. Ανατολή, όσο και στη Β. Αφρική, οι χριστιανικοί πληθυσμοί διώκονται από τους  φανατικούς μουσουλμάνους και, δυστυχώς, οι ισχυροί της Ευρώπης κωφεύουν (η συνάντηση του Πάπα Φραγκίσκου με τον Πατριάρχη Μόσχας γι’  αυτό το θέμα δείχνει το μέγεθος του προβλήματος).

Εκείνο που αυτή τη στιγμή «καίει» τους Ευρωπαίους είναι πώς θα σταματήσουν τις ροές των προσφύγων και των μεταναστών προς την Ευρώπη και- δυστυχώς- όχι πώς θα τερματίσουν τον πόλεμο. Δεν επιθυμούν άλλους πρόσφυγες στα κράτη τους, αλλά και δεν εξαλείφουν την αιτία του προβλήματος και ρίχνουν όλα τα βάρη στην Ελλάδα και την Τουρκία, ξεχνώντας ότι αφενός η πλήρης φύλαξη των ελληνικών συνόρων δεν είναι εύκολη και, αφετέρου, η Τουρκία δεν είναι καθόλου έτοιμη να προσφέρει τη βοήθεια και τη σύμπραξή της, όσο κι αν δίνει υποσχέσεις, και τούτο για τους παρακάτω λόγους.

Πρώτα- πρώτα, οι ανατολίτες γείτονές μας πάνω από όλα στοχεύουν στον ευρωπαϊκό «παρά», στο ευρωπαϊκό χρήμα, και πολύ λίγο ενδιαφέρονται για τις ζωές κάποιων χιλιάδων δυστυχισμένων ανθρώπων. Γι’  αυτό, ζητούν όλο και περισσότερα και διαρκώς κωλυσιεργούν. Γνωρίζουν ότι η Ευρώπη τούς έχει ανάγκη και θα το εκμεταλλευτούν στο έπακρο, ποιος ξέρει και με ποια άλλα ανταλλάγματα.

Δεύτερον, η διακίνηση των προσφύγων και μεταναστών από Τούρκους διακινητές αποφέρει τεράστια κέρδη (γίνεται λόγος για κάποια δισεκατομμύρια ετησίως), από τα οποία μερίδιο ασφαλώς μπαίνει στις τσέπες και κρατικών λειτουργών της Τουρκίας (πρόσφατο ρεπορτάζ του BBC το απέδειξε). Πρόκειται για ένα πολύ επικερδές «επάγγελμα», όπως ήταν ας πούμε η λαθραία διακίνηση των οινοπνευματωδών ποτών στην Αμερική τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης. Γι’  αυτό η Τουρκία δύσκολα θα βάλει φρένο στη δράση των διακινητών και όσων άλλων (πωλητών σκαφών, μηχανών, σωσιβίων κλπ) εμπλέκονται στο «σύστημα» εκμετάλλευσης των προσφύγων.

Τρίτον, δεν έχουμε ίσως σκεφτεί ότι αυτή τη στιγμή η Τουρκία είναι ένα ισλαμικό κράτος, ένα κράτος που η ιδεολογία του βασίζεται στο Κοράνι, σε μια πιο ήπια βέβαια εκδοχή, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί τον ισλαμικό του χαρακτήρα. Άρα, οι κυβερνώντες ένα τουρκικό κράτος με τα συγκεκριμένα ισλαμικά χαρακτηριστικά δεν έχουν κανένα λόγο να μη στρέψουν τους μουσουλμάνους πρόσφυγες και τους μετανάστες προς την Ευρώπη. Ο απώτερος σκοπός τους είναι να αυξήσουν και να δυναμώσουν την παρουσία του ισλαμικού στοιχείου στον ευρωπαϊκό χώρο, ώστε να μπορούν ανά πάσα στιγμή να παίξουν το ρόλο του «προστάτη»  τους, εκβιάζοντας όποτε το θέλουν την Ευρώπη. Είναι, εξάλλου, γνωστή η σκοτεινή σχέση της Τουρκίας με το λεγόμενο ισλαμικό κράτος (ISIS).

Ας το βάλουν καλά στο νου τους οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι: τα προβλήματα δεν λύνονται με τους πολέμους. Γι’  αυτό, ας μην ανάβουν του πολέμου τις φωτιές κι ύστερα να παίζουν το ρόλο του Πιλάτου, «νίπτοντες τας χείρας». Αν θέλουν να λύσουν το προσφυγικό, ας φροντίσουν να τερματιστεί το ταχύτερο ο πόλεμος στη Συρία. Αλλιώς, οι ίδιοι που τώρα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα, θα γραφούν στις συνειδήσεις των λαών και στην ιστορία ως οι δολοφόνοι και οι έμποροι των εθνών.

 

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης